127 αποτελέσματα για «胸»

胸を患う むねをわずらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 πάσχω από φυματίωση των πνευμόνων, αντιμετωπίζω προβλήματα στους πνεύμονές μου
胸章 きょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα (φοριέται στο στήθος), παράσημο, έμβλημα
胸膜 きょうまく

ουσιαστικό

  1. 01 υπεζωκότας
胸鰭 むなびれ

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακικό πτερύγιο
胸紐 むなひも

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι που δένεται στο στήθος του κιμονό ή του χαόρι
  2. 02 παιδική ηλικία (περίοδος κατά την οποία κάποιος φορούσε ένα τέτοιο κορδόνι)
胸に畳む むねにたたむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ κάτι για τον εαυτό μου, έχω κάτι κατά νου
胸に一物 むねにいちもつ

άλλο

  1. 01 μηχανορραφία, μυστικό σχέδιο, σκευωρία, κρυφό σχέδιο στο μυαλό
胸幅 むねはば

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος θώρακα
胸部外科 きょうぶげか

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακοχειρουργική
胸膜炎 きょうまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρίτιδα
胸鎖乳突筋 きょうさにゅうとつきん

ουσιαστικό

  1. 01 στερνοκλειδομαστοειδής μυς, στερνομαστοειδής
胸間 きょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 στήθος, θώρακας
胸を冷やす むねをひやす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τρομάζω, φοβάμαι
胸部疾患 きょうぶしっかん

ουσιαστικό

  1. 01 νόσος του θώρακα
胸部大動脈 きょうぶだいどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακική αορτή
胸突き八丁 むなつきはっちょう

ουσιαστικό

  1. 01 το πιο δύσκολο σημείο ή στάδιο, η πιο επίπονη περίοδος
胸臆 きょうおく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδόμυχη σκέψη, τα βαθύτερα αισθήματα
胸ポケ むねポケ

ουσιαστικό

  1. 01 τσέπη στο στήθος
胸腔穿刺 きょうこうせんし

ουσιαστικό

  1. 01 θωρακοκέντηση, παρακέντηση υπεζωκότα
胸懐 きょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιά, αισθήματα