89 αποτελέσματα για «腰»

腰技 こしわざ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικές ρίψεων με το ισχίο (τζούντο), τεχνικές μέσης
こし N3

άλλο

  1. 01 μετρητής για σπαθιά, χακάμα, όμπι κ.λπ. που φοριούνται γύρω από τη μέση
  2. 02 μετρητής για φαρέτρες με βέλη
腰障子 こししょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 κοσίσοτζι (ιαπωνικό παραβάν με ξύλινο πλαίσιο στο κάτω μέρος)
腰をいわす こしをいわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τραυματίζω τη μέση μου
腰のある コシのある

άλλο

  1. 01 ευχάριστα μαστιχωτός (ιδίως για ζυμαρικά), με καλή υφή, σφιχτός και ελαστικός
  2. 02 με όγκο (ιδίως για μαλλιά), ελαστικός και ανθεκτικός, γεμάτος (π.χ. για ήχο)
腰長 コシナガ

ουσιαστικό

  1. 01 τονγκολ, μακρύπτερος τόνος (Thunnus tonggol), βόρειος ερυθρόπτερος τόνος
腰方形筋 ようほうけいきん

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνος οσφυϊκός μυς
腰丈 こしたけ

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος μέσης
  1. 01 μέση
  2. 02 γοφοί
  3. 03 μέση
  4. 04 χαμηλό ταμπάνι