143 αποτελέσματα για «腹»

腹腔鏡手術 ふくくうきょうしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 λαπαροσκοπική χειρουργική, λαπαροσκόπηση
腹が黒い はらがくろい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δόλιος, κακόβουλος, μοχθηρός, κακόψυχος
腹ボテ はらぼて

ουσιαστικό

  1. 01 εγκυμονούσα, έγκυος που η κατάστασή της είναι εμφανής
腹の中で笑う はらのなかでわらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 γελώ εσωτερικά, χαμογελώ εσωτερικά
腹部大動脈瘤 ふくぶだいどうみゃくりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιακό ανεύρυσμα αορτής
腹腔動脈 ふっこうどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιακή αρτηρία
腹鳴 ふくめい

ουσιαστικό

  1. 01 γουργουρητό στομάχου, θόρυβος από την κίνηση αερίων μέσα στον πεπτικό σωλήνα, βορβορυγμός, εντερικός ήχος
腹落ち はらおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ικανοποίηση, πειθώ, κατανόηση
腹囲 ふくい

ουσιαστικό

  1. 01 περίμετρος κοιλιάς
腹合わせ はらあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικεία ζώνη όμπι με διαφορετικό χρώμα στην κάθε πλευρά
  2. 02 βλέπω ο ένας τον άλλον, βρίσκομαι απέναντι
  3. 03 ενημερώνω αμοιβαία, καταλήγω σε συμφωνία
腹腔鏡検査 ふくくうきょうけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 λαπαροσκόπηση
腹面 ふくめん

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιακή επιφάνεια
腹が下る はらがくだる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω διάρροια
腹横筋 ふくおうきん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκάρσιος κοιλιακός μυς
腹が太い はらがふとい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γενναιόδωρος, μεγαλόψυχος, ανοιχτόμυαλος, μεγαλοψυχος
腹鼓を打つ はらつづみをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 τρώω μέχρι σκασμού, χτυπώ την κοιλιά μου σαν τύμπανο
腹当て はらあて

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιακό δέσιμο, ποδιά, σαλιάρα
  2. 02 θώρακας
腹を拵える はらをこしらえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τρώνε (πριν από κάποια δραστηριότητα), δυναμώνουν με ένα γεύμα
腹身 はらみ

ουσιαστικό

  1. 01 διάφραγμα (κομμάτι κρέατος από το διάφραγμα του ζώου)
  2. 02 κοιλιακό κρέας (π.χ. σολομού), περιτοναϊκό κρέας (π.χ. κοτόπουλου)
腹足綱 ふくそくこう

ουσιαστικό

  1. 01 γαστερόποδα (ομοταξία μαλακίων)