95 αποτελέσματα για «臨»
臨時代理公使 りんじだいりこうし
ουσιαστικό
- 01 προσωρινός επιτετραμμένος
臨時党大会 りんじとうたいかい
ουσιαστικό
- 01 έκτακτο κομματικό συνέδριο
臨時雇用 りんじこよう
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή απασχόληση
臨床像 りんしょうぞう
ουσιαστικό
- 01 κλινική εικόνα, κλινική παρουσίαση
臨時職員 りんじしょくいん
ουσιαστικό
- 01 έκτακτος υπάλληλος, προσωρινός εργαζόμενος
臨港鉄道 りんこうてつどう
ουσιαστικό
- 01 λιμενικός σιδηρόδρομος
臨港列車 りんこうれっしゃ
ουσιαστικό
- 01 τρένο ανταπόκρισης με πλοίο
臨時首都 りんじしゅと
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή πρωτεύουσα
臨床研修 りんしょうけんしゅう
ουσιαστικό
- 01 κλινική εκπαίδευση (για γιατρούς)
臨床的 りんしょうてき
επίθετο
- 01 κλινικός
臨床家 りんしょうか
ουσιαστικό
- 01 κλινικός γιατρός, κλινικός επαγγελματίας
臨床心理学者 りんしょうしんりがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 κλινικός ψυχολόγος
臨時行政改革推進審議会 りんじぎょうせいかいかくすいしんしんぎかい
ουσιαστικό
- 01 Επιτροπή Προώθησης της Διοικητικής Μεταρρύθμισης (1983)
臨床薬理学会 りんしょうやくりがっかい
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική εταιρεία κλινικής φαρμακολογίας
臨
- 01 στρέφομαι προς
- 02 αντιμετωπίζω
- 03 συναντώ
- 04 έρχομαι αντιμέτωπος
- 05 παρευρίσκομαι
- 06 επισκέπτομαι