85 αποτελέσματα για «舞»

舞衣 まいぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία που φοριέται στον παραδοσιακό ιαπωνικό χορό
  2. 02 κοστούμι που φοριέται από θεές και κορίτσια δράκους
舞衣装 まいいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στολή χορού
舞台探訪 ぶたいたんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση και φωτογράφιση τοποθεσιών που χρησιμοποιούνται ως σκηνικά για άνιμε, μάνγκα, κ.λπ.
舞台化作品 ぶたいかさくひん

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική διασκευή, θεατρική μεταφορά
  1. 01 χορεύω
  2. 02 πεταρίζω
  3. 03 κυκλώνω
  4. 04 περιστρέφομαι