116 αποτελέσματα για «良»

良風美俗 りょうふうびぞく

ουσιαστικό

  1. 01 καλά έθιμα, χρηστά ήθη
良いお年をお迎えください よいおとしをおむかえください

άλλο

  1. 01 καλή χρονιά, να έχετε μια ευτυχισμένη νέα χρονιά
良くいらっしゃいました よくいらっしゃいました

επιφώνημα

  1. 01 καλώς ορίσατε, χαίρομαι πολύ που σας βλέπω
良性発作性頭位めまい症 りょうせいほっさせいとういめまいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καλοήθης παροξυσμικός ίλιγγος θέσης, BPPV
良知良能 りょうちりょうのう

ουσιαστικό

  1. 01 έμφυτη νοημοσύνη και ικανότητα
良い旅行を よいりょこうを

άλλο

  1. 01 καλό ταξίδι!
良日 りょうじつ

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερή (ευοίωνη) ημέρα
良酒 りょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 καλό κρασί, καλό ποτό
良くないね よくないね

επιφώνημα, ουσιαστικό

  1. 01 δεν είναι καλό, έτσι δεν είναι;
  2. 02 δεν μου αρέσει (στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.), αρνητική ψήφος (dislike)
良しなに よしなに

επίρρημα

  1. 01 καταλλήλως, αρμοδίως, δεόντως, όπως κρίνεις σκόπιμο, όπως θεωρείς καλύτερο
良さげ よさげ

επίθετο

  1. 01 φαινομενικά καλός, με καλή εμφάνιση, που φαίνεται ωραίος
良かったら よかったら

άλλο

  1. 01 αν θέλεις, αν επιθυμείς
良ければ よければ

άλλο

  1. 01 αν είναι καλό
良さ よさ

ουσιαστικό

  1. 01 αρετή, πλεονέκτημα, καλή ποιότητα
良二千石 りょうにせんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ικανός τοπικός αξιωματούχος (με εισόδημα δύο χιλιάδες κόκου)
良剤 りょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 καλό φάρμακο
良い引きがある よいひきがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω δυνατή έλξη
良心の囚人 りょうしんのしゅうじん

ουσιαστικό

  1. 01 κρατούμενος συνείδησης
良性移動性舌炎 りょうせいいどうせいぜつえん

ουσιαστικό

  1. 01 καλοήθης μεταναστευτική γλωσσίτιδα, γεωγραφική γλώσσα
良質紙 りょうしつし

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί καλής ποιότητας