115 αποτελέσματα για «苦»

苦茗 くめい

ουσιαστικό

  1. 01 πικρό τσάι, τσάι χαμηλής ποιότητας
苦しい懐 くるしいふところ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σφιχτός προϋπολογισμός, οικονομική στενότητα
苦集滅道 くじゅうめつどう

ουσιαστικό

  1. 01 οδύνη, προέλευση της οδύνης επιθυμία, παύση της οδύνης, ο δρόμος που οδηγεί στην παύση της οδύνης (οι Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες του Βουδισμού)
苦難の行軍 くなんのこうぐん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επώδυνη πορεία, ο μεγάλος λιμός της Βόρειας Κορέας στα τέλη της δεκαετίας του 1990
苦あれば楽あり くあればらくあり

άλλο

  1. 01 μετά τον κόπο έρχεται η ανταμοιβή
苦竹 にがたけ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό καλάμι ξυλείας (Phyllostachys bambusoides), γιγάντιο καλάμι ξυλείας, μαντάκε
  2. 02 καλάμι του Σάιμον (Pleioblastus simonii)
苦労し抜く くろうしぬく

ρήμα

  1. 01 υποφέρω τα πάνδεινα, περνώ κάθε είδους κακουχίες
苦参 くらら

ουσιαστικό

  1. 01 σοφόρα η κιτρινίζουσα
苦寒 くかん

ουσιαστικό

  1. 01 η πιο κρύα εποχή του έτους, οδυνηρή ταλαιπωρία
苦味チンキ くみチンキ

ουσιαστικό

  1. 01 πικρό βάμμα
苦蘇 くっそ

ουσιαστικό

  1. 01 κούσο (αφρικανικό ανθοφόρο φυτό, Hagenia abyssinica), κόσο, κούσο, κούσο, μπράιερα
苦木 ニガキ

ουσιαστικό

  1. 01 πικραλίδα (Picrasma quassioides), ξύλο κουασίας, ξύλο πίκρασμα
苦灰石 くかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 δολομίτης
苦さ にがさ

ουσιαστικό

  1. 01 πικράδα, πικρή γεύση
苦情処理機関 くじょうしょりきかん

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός διαχείρισης παραπόνων, τμήμα παραπόνων
苦味素 くみそ

ουσιαστικό

  1. 01 πικρή ουσία, ουσία με πικρή γεύση
苦しがる くるしがる

ρήμα

  1. 01 υποφέρω, διαμαρτύρομαι για πόνο
苦情調査官 くじょうちょうさかん

ουσιαστικό

  1. 01 συνήγορος του πολίτη
苦は楽の種 くはらくのたね

άλλο

  1. 01 η ευτυχία πηγάζει από τη δυστυχία, δεν υπάρχει κέρδος χωρίς κόπο
楽は苦の種、苦は楽の種 らくはくのたね、くはらくのたね

άλλο

  1. 01 η ευτυχία είναι η ρίζα της δυστυχίας και η δυστυχία είναι η ρίζα της ευτυχίας