133 αποτελέσματα για «草»

草の根を分けて探す くさのねをわけてさがす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ψάχνω παντού, εξονυχιστικός έλεγχος
草炭 そうたん

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικός τύρφης
草木もなびく くさきもなびく

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποκλίνομαι (μαζικά) σε μια ανώτερη αρχή, έλκομαι (μαζικά) από κάτι ελκυστικό, ακόμα και τα φυτά υποχωρούν
草薬 そうやく

ουσιαστικό

  1. 01 φυτικό φάρμακο, βότανο
草物 くさもの

ουσιαστικό

  1. 01 κουσάμονο (μικρά φυτά για ανθοσυνθέσεις)
草の根民主主義 くさのねみんしゅしゅぎ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή δημοκρατία της βάσης
草付き くさつき

ουσιαστικό

  1. 01 κηλίδα φυτών ή θάμνων (π.χ. σε απόκρημνη βραχώδη επιφάνεια)
草肥 くさごえ

ουσιαστικό

  1. 01 κομπόστ, οργανικό λίπασμα από φυτά
草不可避 くさふかひ

άλλο

  1. 01 ξεσπώ σε γέλια, δεν μπορώ παρά να γελάσω
草仮名 そうがな

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιγραφική μορφή της μανιογκάνα, μανιογκάνα γραμμένη σε στυλ σόσο
草月流 そうげつりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή σόγκετσου της ανθοδετικής
草履虫 ぞうりむし

ουσιαστικό

  1. 01 παραμήκιο
草薮 くさやぶ

ουσιαστικό

  1. 01 θαμνότοπος, λόχμη, συστάδα θάμνων
草石蚕 ちょろぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική αγκινάρα (Stachys sieboldii), ιαπωνική αγκινάρα, τσόρογκι
草紙剥 そうしはぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμωτό δερματόψαρο (Aluterus scriptus)
草蜉蝣 くさかげろう

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσοκάνθαρος (ειδικότερα το είδος Chrysopa intima)
草蘇鉄 くさそてつ

ουσιαστικό

  1. 01 στρουθοπτερίδα (Matteuccia struthiopteris)
草藤 くさふじ

ουσιαστικό

  1. 01 βίκος ο κρακώδης (φυτό Vicia cracca), βίκος της αγελάδας
草河豚 くさふぐ

ουσιαστικό

  1. 01 κουσαφούγκου (είδος ψαριού Takifugu niphobles)
草苺 くさいちご

ουσιαστικό

  1. 01 κουσαίτσιγκο (είδος βατόμουρου)