137 αποτελέσματα για «薄»
薄焼き卵 うすやきたまご
ουσιαστικό
- 01 λεπτή ομελέτα
薄鈍 うすのろ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ανόητος, χαζός, βλάκας
薄馬鹿 うすばか
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ανόητος, κουτός
薄氷の勝利 はくひょうのしょうり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 οριακή νίκη
薄利 はくり
ουσιαστικό
- 01 μικρό κέρδος, χαμηλό περιθώριο κέρδους
薄肉 うすにく
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτόχρωμο κόκκινο
薄紗 はくさ
ουσιαστικό
- 01 λεπτό ύφασμα, γάζα, αραχνοΰφαντο
薄志弱行 はくしじゃっこう
ουσιαστικό
- 01 ασθενής στη θέληση και αναποφάσιστος
薄口醤油 うすくちしょうゆ
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτόχρωμη σάλτσα σόγιας
薄謝 はくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μικρή ανταμοιβή, δείγμα ευγνωμοσύνης
薄ら馬鹿 うすらばか
ουσιαστικό
- 01 χαζός, ηλίθιος, βραδυκίνητος
薄明光線 はくめいこうせん
ουσιαστικό
- 01 λυκόφωτες ακτίνες, αχτίδες του ηλίου
薄揚げ うすあげ
ουσιαστικό
- 01 τηγανητό τόφου
薄荷水 はっかすい
ουσιαστικό
- 01 ρόφημα μέντας, νερό μέντας
薄塗り うすぬり
ουσιαστικό
- 01 λεπτή στρώση χρώματος, λεπτό στρώμα βερνικιού
薄雪草 うすゆきそう
ουσιαστικό
- 01 ουσουγιουκισό (είδος πολυετούς φυτού στενά συγγενικό με το εντελβάις)
薄桜 うすざくら
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτό ροζ χρώμα κερασιάς
- 02 κερασιά με αμυδρό χρώμα
薄志 はくし
ουσιαστικό
- 01 ασθενής θελήσεως, μικρό δείγμα εκτίμησης
薄皮をはぐように うすかわをはぐように
άλλο
- 01 σιγά σιγά, σταδιακά αλλά σταθερά
薄葉紙 うすようし
ουσιαστικό
- 01 λεπτό χαρτί (ειδικότερα λεπτό ιαπωνικό χαρτί τύπου βέλουμε)