134 αποτελέσματα για «被»
被選挙資格 ひせんきょしかく
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα εκλογιμότητας
被殻 ひかく
ουσιαστικό
- 01 κέλυφος (τμήμα του εγκεφάλου)
- 02 επίβλημα, πυριτιούχο κυτταρικό τοίχωμα διάτομου
被搾取階級 ひさくしゅかいきゅう
ουσιαστικό
- 01 τάξεις που υφίστανται εκμετάλλευση
被虐性愛者 ひぎゃくせいあいしゃ
ουσιαστικό
- 01 μαζοχιστής
被引用回数 ひいんようかいすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός αναφορών, αριθμός ετεροαναφορών
被減数 ひげんすう
ουσιαστικό
- 01 αφαιρετέος
被担保債権額 ひたんぽさいけんがく
ουσιαστικό
- 01 ασφαλισμένες απαιτήσεις
被保険物 ひほけんぶつ
ουσιαστικό
- 01 ασφαλισμένο αντικείμενο
被保佐人 ひほさにん
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο υπό δικαστική συμπαράσταση
被補助人 ひほじょにん
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο υπό περιορισμένη δικαστική συμπαράσταση
被申立人 ひもうしたてにん
ουσιαστικό
- 01 καθού η αίτηση
被修飾名詞 ひしゅうしょくめいし
ουσιαστικό
- 01 προσδιοριζόμενο ουσιαστικό
被子植物門 ひししょくぶつもん
ουσιαστικό
- 01 Αγγειοσπερμόφυτα (συνομοταξία ανθοφόρων φυτών), Αγγειόσπερμα
被リンク ひリンク
ουσιαστικό
- 01 οπισθόδεσμος
被虜人 ひりょにん
ουσιαστικό
- 01 σκλάβος
被虐待児症候群 ひぎゃくたいじしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού
被約 ひやく
επίθετο
- 01 μειωμένος
被爆者援護法 ひばくしゃえんごほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί αρωγής των επιζώντων της ατομικής βόμβας
被管理システム ひかんりシステム
ουσιαστικό
- 01 διαχειριζόμενο σύστημα
被管理開放型システム ひかんりかいほうがたシステム
ουσιαστικό
- 01 διαχειριζόμενο ανοιχτό σύστημα