133 αποτελέσματα για «複»

複合核過程 ふくごうかくかてい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη πυρηνική διαδικασία
複合科学 ふくごうかがく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυεπιστημονική επιστήμη
複合抗生物質製剤 ふくごうこうせいぶっしつせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετα αντιβιοτικά σκευάσματα
複製防止技術 ふくせいぼうしぎじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογία προστασίας από αντιγραφή
複婚 ふくこん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυγαμία
複合タンパク質 ふくごうタンパクしつ

ουσιαστικό

  1. 01 συζευγμένη πρωτεΐνη
複雑訴訟形態 ふくざつそしょうけいたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική αγωγή
複成火山 ふくせいかざん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυγενές ηφαίστειο
複散形花序 ふくさんけいかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη σκιαδοειδής ταξιανθία, σύνθετο σκιάδιο
複総状花序 ふくそうじょうかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετος βότρυς
複峰性 ふくほうせい

ουσιαστικό

  1. 01 διμοδικός
複合前置詞 ふくごうぜんちし

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη πρόθεση, περίπλοκη πρόθεση, φραστική πρόθεση
複試合 ふくしあい

ουσιαστικό

  1. 01 διπλό (τένις, μπάντμιντον κ.λπ.)
複合動詞 ふくごうどうし

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο ρήμα
複合割付け対象体 ふくごうわりつけたいしょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο αντικείμενο διάταξης
複合局 ふくごうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετος σταθμός
複合構成部品 ふくごうこうせいぶひん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο εξάρτημα
複合条件 ふくごうじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη συνθήκη, πολλαπλή προϋπόθεση
複合表記法 ふくごうひょうきほう

ουσιαστικό

  1. 01 μεικτή γραφή (φουκουγκόου χιοκιχόου)
複合文 ふくごうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη πρόταση