155 αποτελέσματα για «解»

解き方 ときかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος επίλυσης
解語 かいご

ουσιαστικό

  1. 01 κατανόηση (μιας λέξης)
解纜 かいらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρση άγκυρας, απόπλου
解官 げかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαλλαγή κυβερνητικού αξιωματούχου από τα καθήκοντά του
解約金 かいやくきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση για ακύρωση συμβολαίου
解を示す かいをしめす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρουσιάζω τη λύση
解義 かいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 επεξήγηση (του νοήματος), ερμηνεία
解団 かいだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση
解雇者 かいこしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που έχει απολυθεί
解脱者 げだつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που έχει φτάσει στη νιρβάνα, τη φώτιση, κ.λπ.
解版 かいはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή τυπογραφικών στοιχείων
解糖 かいとう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόλυση
解散風 かいさんかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση της επικείμενης διάλυσης του κοινοβουλίου
解読キー かいどくキー

ουσιαστικό

  1. 01 κλειδί αποκρυπτογράφησης
解析幾何学 かいせききかがく

ουσιαστικό

  1. 01 αναλυτική γεωμετρία
解き物 ほどきもの

ουσιαστικό

  1. 01 ξήλωμα, ρούχα που πρόκειται να ξηλωθούν
解放要求 かいほうようきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα απελευθέρωσης
解像力 かいぞうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτική ικανότητα (ενός φακού)
解析部 かいせきぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα ανάλυσης
解字 かいじ

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία ιδεογράμματος (κάντζι)