100 αποτελέσματα για «語»
語彙的コントロールの原理 ごいてきコントロールのげんり
ουσιαστικό
- 01 αρχή του λεξιλογικού ελέγχου, αρχή λεξιλογικού ελέγχου
語否定 ごひてい
ουσιαστικό
- 01 άρνηση όρου, άρνηση λέξης
語構成記憶装置 ごこうせいきおくそうち
ουσιαστικό
- 01 αποθήκευση οργανωμένων λέξεων
語間 ごかん
ουσιαστικό
- 01 διάστημα μεταξύ λέξεων
語幹形成母音 ごかんけいせいぼおん
ουσιαστικό
- 01 θεματικό φωνήεν, θεματικός
語彙論 ごいろん
ουσιαστικό
- 01 λεξικολογία
語り句 かたりく
ουσιαστικό
- 01 ιστορία, αφήγημα
- 02 ασυνοδευτο τμήμα της ψαλμωδίας του Χέικε Μονογκατάρι
語中音 ごちゅうおん
ουσιαστικό
- 01 μεσοφωνηεντικός (στη φωνητική)
語序 ごじょ
ουσιαστικό
- 01 σειρά λέξεων
語彙統計学 ごいとうけいがく
ουσιαστικό
- 01 λεξικοστατιστική
語彙表 ごいひょう
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος λεξιλογίου
語形成 ごけいせい
ουσιαστικό
- 01 σχηματισμός λέξεων
語彙制限本 ごいせいげんぼん
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό βιβλίο διαβαθμισμένης δυσκολίας, βιβλίο με περιορισμένο λεξιλόγιο
語別 ごべつ
ουσιαστικό
- 01 ταξινόμηση ανά λέξη
語歴 ごれき
ουσιαστικό
- 01 ετυμολογία λέξης, ιστορία λέξης
語形論 ごけいろん
ουσιαστικό
- 01 μορφολογία, μορφολογική ανάλυση
語学留学 ごがくりゅうがく
ουσιαστικό
- 01 εκμάθηση γλώσσας στο εξωτερικό
語源俗解 ごげんぞっかい
ουσιαστικό
- 01 λαϊκή ετυμολογία, δημοφιλής (αλλά αβάσιμη) ετυμολογία
語彙項目 ごいこうもく
ουσιαστικό
- 01 λεξική μονάδα, λεξικό στοιχείο
語
- 01 λέξη
- 02 ομιλία
- 03 γλώσσα