146 αποτελέσματα για «論»
論理レベル ろんりレベル
ουσιαστικό
- 01 λογικό επίπεδο
論理合成 ろんりごうせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λογική σύνθεση (τεχνική ημιαγωγών)
論理アドレス ろんりアドレス
ουσιαστικό
- 01 λογική διεύθυνση
論理値 ろんりち
ουσιαστικό
- 01 λογική τιμή (αληθής ή ψευδής), τιμή αλήθειας
論理演算子 ろんりえんざんし
ουσιαστικό
- 01 λογικός τελεστής
論じ尽くす ろんじつくす
ρήμα
- 01 αναλύω διεξοδικά, συζητώ πλήρως, εξετάζω ένα ζήτημα από κάθε πλευρά
論壇誌 ろんだんし
ουσιαστικό
- 01 περιοδικό γνωμοδοτήσεων, περιοδικό σοβαρού περιεχομένου
論理ゲート ろんりゲート
ουσιαστικό
- 01 λογική πύλη
論理記号 ろんりきごう
ουσιαστικό
- 01 λογικό σύμβολο
論旨明快 ろんしめいかい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 το κύριο επιχείρημα που διατυπώνεται με σαφήνεια, το σκεπτικό μιας επιχειρηματολογίας που είναι άρτια τεκμηριωμένο
論理演算装置 ろんりえんざんそうち
ουσιαστικό
- 01 λογική μονάδα, μονάδα αριθμητικών και λογικών πράξεων, ALU
論理素子 ろんりそし
ουσιαστικό
- 01 πύλη, λογικό στοιχείο
論理ブロック ろんりブロック
ουσιαστικό
- 01 λογικός τομέας
論詰 ろんきつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίκριση, κριτική
論孟 ろんもう
ουσιαστικό
- 01 τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου και οι Διάλογοι του Μένκιου
論旨不明 ろんしふめい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ασαφές περιεχόμενο επιχειρήματος, κακώς διατυπωμένο ή δυσνόητο νόημα επιχειρήματος
論文博士 ろんぶんはかせ
ουσιαστικό
- 01 διδακτορικός τίτλος που απονέμεται αποκλειστικά βάσει διατριβής
論理否定回路 ろんりひていかいろ
ουσιαστικό
- 01 λογικό κύκλωμα άρνησης
論理けた送り ろんりけたおくり
ουσιαστικό
- 01 λογική ολίσθηση, λογική μετατόπιση
論理コントローラ ろんりコントローラ
ουσιαστικό
- 01 λογικός ελεγκτής