199 αποτελέσματα για «足»

足コキ あしこき

ουσιαστικό

  1. 01 χειρονακτική σεξουαλική ικανοποίηση με τα πόδια
足繁く あししげく

επίρρημα

  1. 01 συχνά, πολύ τακτικά
足代 あしだい

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα μετακίνησης, μεταφορικά, κόμιστρο (τρένου, ταξί κ.λπ.)
足蹴り あしげり

ουσιαστικό

  1. 01 λάκτισμα, κλωτσιά (σε αντίπαλο)
足がつる あしがつる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παθαίνω κράμπα στο πόδι
足駄 あしだ

ουσιαστικό

  1. 01 ψηλά ξύλινα σανδάλια, αδιάβροχα ξύλινα σανδάλια
足抜け あしぬけ

ουσιαστικό

  1. 01 διακόπτω τους δεσμούς (με), αποχωρώ (από), αποσύρομαι (από)
  2. 02 φυγή γκέισας, ιερόδουλης κ.λπ. χωρίς την αποπληρωμή του χρέους δουλείας
足切り あしきり

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό ιαπωνικό παιχνίδι
  2. 02 προκριματικό τεστ για τον αποκλεισμό αδύναμων υποψηφίων
足輪 あしわ

ουσιαστικό

  1. 01 δαχτυλίδι ποδιού (π.χ. σε πουλί ή ασθενή νοσοκομείου), κρίκος, αλυσίδα αστραγάλου
足を滑らす あしをすべらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την ισορροπία μου, γλιστρώ
足掛け あしかけ

ουσιαστικό

  1. 01 υποσκελισμός (στο σούμο, στο τζούντο, κ.λπ.)
  2. 02 πάτημα, πεντάλ
  3. 03 διάρκεια (συμπεριλαμβανομένων των μερικών περιόδων έναρξης και λήξης)
足刀 そくとう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική ακμή του πέλματος (από το μικρό δάκτυλο έως τη φτέρνα) (καράτε)
足台 あしだい

ουσιαστικό

  1. 01 υποπόδιο, σκαμνάκι ποδιών
足拍子 あしびょうし

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμικό χτύπημα με το πόδι
足癖 あしくせ

ουσιαστικό

  1. 01 βάδισμα, ο τρόπος που περπατά κάποιος
  2. 02 τεχνική ποδιών, τεχνική που αφορά το παραπάτημα του αντιπάλου
足を向けて寝られない あしをむけてねられない

άλλο

  1. 01 χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη σε κάποιον, είμαι υπόχρεος, δεν ξεχνώ ποτέ κάποιον που μου έχει κάνει χάρη
足弱 あしよわ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμος στα πόδια, βραδυκίνητος
足長 あしなが

ουσιαστικό

  1. 01 μακρυπόδης, μακρύς στα πόδια
足長 そくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μήκος ποδιού
足形 あしがた

ουσιαστικό

  1. 01 αποτύπωμα ποδιού
  2. 02 καλούπι υποδημάτων (για παπούτσια ή τάμπι)