179 αποτελέσματα για «転»
転車台 てんしゃだい
ουσιαστικό
- 01 περιστροφική πλατφόρμα τρένων
- 02 περιστροφική πλατφόρμα αυτοκινήτων, περιστροφική πλατφόρμα εισόδου γκαράζ
転宅 てんたく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετακόμιση, αλλαγή κατοικίας
転向者 てんこうしゃ
ουσιαστικό
- 01 μεταστρέφω (π.χ. σε μια ιδεολογία ή σκοπό)
転移巣 てんいそう
ουσιαστικό
- 01 μεταστατική εστία
転注 てんちゅう
ουσιαστικό
- 01 παράγωγο ιδεόγραμμα, ετυμολογικά συγγενής λέξη, ιδεόγραμμα στο οποίο έχει αποδοθεί διευρυμένη σημασία
転職サイト てんしょくサイト
ουσιαστικό
- 01 ιστότοπος εύρεσης εργασίας, ιστοσελίδα αλλαγής επαγγελματικής σταδιοδρομίας
転送速度 てんそうそくど
ουσιαστικό
- 01 ταχύτητα μεταφοράς, ρυθμός μεταφοράς
転成 てんせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετασχηματισμός, μετουσίωση
- 02 λειτουργική μετατόπιση, μετατροπή
転住 てんじゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετακόμιση, αλλαγή κατοικίας
転出届 てんしゅつとどけ
ουσιαστικό
- 01 δήλωση μετεγκατάστασης
転子 てんし
ουσιαστικό
- 01 τροχαντήρας
転帰 てんき
ουσιαστικό
- 01 κατάληξη (ειδικά ασθένειας), αποτέλεσμα, συνέπεια
転地療法 てんちりょうほう
ουσιαστικό
- 01 κλιματοθεραπεία, αλλαγή περιβάλλοντος για ανάρρωση
転置 てんち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάθεση
転貸 てんたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπεκμίσθωση, υπενοικίαση
転活 てんかつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναζήτηση νέας εργασίας
転轍機 てんてつき
ουσιαστικό
- 01 αλλαγή τροχιάς, κλειδί
転手 てんじゅ
ουσιαστικό
- 01 κλειδί χορδίσματος (σε μπίβα ή σαμισέν)
転炉 てんろ
ουσιαστικό
- 01 μετατροπέας (χρησιμοποιείται στον εξευγενισμό μετάλλων), περιστροφικός κλίβανος
転出証明 てんしゅつしょうめい
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό μετεγγραφής κατοικίας