144 αποτελέσματα για «軽»
軽爆撃機 けいばくげきき
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ βομβαρδιστικό
軽四 けいよん
ουσιαστικό
- 01 τετράτροχο ελαφρύ όχημα
軽四輪 けいよんりん
ουσιαστικό
- 01 τετράτροχο ελαφρύ όχημα
軽舟 けいしゅう
ουσιαστικό
- 01 ελαφριά βάρκα, βάρκα κωπηλασίας
軽浮 けいふ
ουσιαστικό
- 01 ασταθής, επιπόλαιος
軽易 けいい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εύκολος, ελαφρύς, απλός
軽羹 かるかん
ουσιαστικό
- 01 ατμιστό γλυκό ψωμάκι από τριμμένο γιαμ και ρυζάλευρο
軽水 けいすい
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ ύδωρ
軽演劇 けいえんげき
ουσιαστικό
- 01 ελαφρά κωμωδία
軽薄短小 けいはくたんしょう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μικρός, ελαφρύς και λεπτός (για καταναλωτικά προϊόντα, ειδικά ηλεκτρονικά)
軽歌劇 けいかげき
ουσιαστικό
- 01 ελαφρά όπερα
軽しめる かろしめる
ρήμα
- 01 υποτιμώ, περιφρονώ
- 02 απαξιώνω, καταφρονώ
軽速歩 けいはやあし
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύς τροχασμός (βάδισμα αλόγου)
軽い犯罪 かるいはんざい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ αδίκημα, πλημμέλημα
軽水炉 けいすいろ
ουσιαστικό
- 01 ελαφροϋδατικός αντιδραστήρας
軽禁錮 けいきんこ
ουσιαστικό
- 01 ελαφρά φυλάκιση, εγκλεισμός χωρίς καταναγκαστική εργασία
軽質 けいしつ
άλλο
- 01 ελαφρύς (ειδικά στη χημεία)
軽蔑語 けいべつご
ουσιαστικό
- 01 υποτιμητικός όρος, υβριστική λέξη, ύβρις
軽量鉄骨 けいりょうてっこつ
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύς χαλύβδινος σκελετός
軽い故障 かるいこしょう
ουσιαστικό
- 01 ελαφρά βλάβη