192 αποτελέσματα για «近»

近作 きんさく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφατο έργο, τελευταίο έργο
近所トラブル きんじょトラブル

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά με γείτονα, καυγάς με γείτονα, παράπονο από γείτονα
近視眼 きんしがん

ουσιαστικό

  1. 01 μυωπία
近代美術 きんだいびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα τέχνη
近代芸術 きんだいげいじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα τέχνη
近親交配 きんしんこうはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιμομιξία
近郷近在 きんごうきんざい

ουσιαστικό

  1. 01 γύρω περιοχές, γειτονικά χωριά
近代音楽 きんだいおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα μουσική, σύγχρονη μουσική
近め ちかめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κάπως κοντά, αρκετά πλησίον
近現代史 きんげんだいし

ουσιαστικό

  1. 01 νεότερη ιστορία, σύγχρονη ιστορία, πρόσφατη ιστορία
近著 きんちょ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφατο έργο
近畿大学 きんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Κίνταϊ
近代主義 きんだいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μοντερνισμός
近景 きんけい

ουσιαστικό

  1. 01 προσκήνιο
近刊 きんかん

ουσιαστικό

  1. 01 προσεχής έκδοση, υπό έκδοση, κυκλοφορεί σύντομα, υπό προετοιμασία
  2. 02 πρόσφατη έκδοση
近からず遠からず ちかからずとおからず

άλλο

  1. 01 ούτε κοντά ούτε μακριά
近火 きんか

ουσιαστικό

  1. 01 πυρκαγιά στη γειτονιά
近代詩 きんだいし

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέρνα ποίηση, ποίηση μοντέρνου ύφους
近代劇 きんだいげき

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχρονο δράμα, σύγχρονο θέατρο
近着 きんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσφατα αφιχθείς