178 αποτελέσματα για «追»

追い立て おいたて

ουσιαστικό

  1. 01 έξωση, αποβολή, εκδίωξη
追出 ついしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποβολή, εξαναγκασμός σε αποχώρηση
追試験 ついしけん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναληπτική εξέταση, συμπληρωματική εξέταση
追徴課税 ついちょうかぜい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετος φόρος
追従 ついしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κολακεία, δουλικότητα, αυλοκολακεία
追従者 ついじゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ακόλουθος
追従者 ついしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κόλακας, αυλοκόλακας, γλείφτης, υμνητής
追従笑い ついしょうわらい

ουσιαστικό

  1. 01 δουλοπρεπές χαμόγελο, κολακευτικό χαμόγελο, δουλικό γέλιο, κολακευτικό γέλιο
追加的 ついかてき

επίθετο

  1. 01 συμπληρωματικός
追善供養 ついぜんくよう

ουσιαστικό

  1. 01 μνημόσυνο (για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού)
追加機能 ついかきのう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετη λειτουργία
追肥 ついひ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματική λίπανση (προσθήκη επιπλέον λιπάσματος ή κοπριάς)
追補 ついほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπλήρωμα, παράρτημα, προσθήκη
追い炊き おいだき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναθέρμανση του νερού στο μπάνιο
  2. 02 μαγείρεμα επιπλέον ποσότητας ρυζιού
追っ付け おっつけ

επίρρημα

  1. 01 σε λίγο, σύντομα
追撃機 ついげきき

ουσιαστικό

  1. 01 διωκτικό αεροπλάνο, αεροσκάφος καταδίωξης
追い腹 おいばら

ουσιαστικό

  1. 01 ο ακολουθία του κυρίου στον θάνατο μέσω τελετουργικής αυτοκτονίας (σεπούκου)
追徴金 ついちょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετη είσπραξη, επιπλέον επιβολή, επιβάρυνση, κατάπτωση εγγύησης, πρόστιμο
追白 ついはく

ουσιαστικό

  1. 01 υστέρογραφο
追悼ミサ ついとうミサ

ουσιαστικό

  1. 01 επιμνημόσυνη δέηση (καθολικισμός)