196 αποτελέσματα για «逆»

逆アセンブル ぎゃくアセンブル

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσυναρμολόγηση
逆立ちしても さかだちしても

άλλο

  1. 01 όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, ό,τι κι αν κάνει, ακόμα κι αν έκανε στάση στο κεφάλι
逆行性健忘症 ぎゃっこうせいけんぼうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλίνδρομη αμνησία
逆提案 ぎゃくていあん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπρόταση
逆流性食道炎 ぎゃくりゅうせいしょくどうえん

ουσιαστικό

  1. 01 γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
逆比例 ぎゃくひれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιστρόφως ανάλογο ποσό
逆位 ぎゃくい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστροφή (χρωμοσωμική)
逆捩じ さかねじ

ουσιαστικό

  1. 01 περιστροφή αντικειμένου προς την αντίθετη κατεύθυνση
  2. 02 ετοιμόλογη απάντηση, ανταπάντηση
逆さ言葉 さかさことば

ουσιαστικό

  1. 01 λέξη που προφέρεται ανάποδα, λέξη με αντίθετη σημασία
逆写像 ぎゃくしゃぞう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφη απεικόνιση
逆相 ぎゃくそう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετη φάση, αντιφάση
逆転写酵素 ぎゃくてんしゃこうそ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφη μεταγραφάση
逆転層 ぎゃくてんそう

ουσιαστικό

  1. 01 στρώμα αναστροφής
逆コース ぎゃくコース

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφη πορεία, αντιστροφή
逆作用 ぎゃくさよう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδραση, ανεπιθύμητη ενέργεια
逆卍 ぎゃくまんじ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξιόστροφη σβάστικα, δεξιόστροφος αγκυλωτός σταυρός
逆引き ぎゃくびき

άλλο

  1. 01 αντίστροφη αναζήτηση (π.χ. σε λεξικό, ανάλυση διευθύνσεων κ.λπ.)
逆旅 げきりょ

ουσιαστικό

  1. 01 πανδοχείο
逆さ読み さかさよみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση μιας λέξης ανάποδα (συχνά για τη δημιουργία αργκό)
逆転写 ぎゃくてんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφη μεταγραφή