114 αποτελέσματα για «進»

進取果敢 しんしゅかかん

επίθετο

  1. 01 πρωτοβουλιακός και τολμηρός, που προχωρά με σθένος και αποφασιστικότητα
進化主義 しんかしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτισμός
進退これ谷まる しんたいこれきわまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρίσκομαι σε αδιέξοδο, δεν έχω διέξοδο, βρίσκομαι σε δίλημμα
進退去就 しんたいきょしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πορεία δράσης, αποφασίζω τι θα κάνω σχετικά με το αν θα παραμείνω στην τρέχουσα θέση μου ή θα την εγκαταλείψω
進み すすみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρόοδος
進入灯 しんにゅうとう

ουσιαστικό

  1. 01 φως προσέγγισης (αεροδρομίου)
進呈本 しんていぼん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικό αντίτυπο, δωρεάν αντίτυπο
進行相 しんこうそう

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτική όψη
進行波 しんこうは

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτικό κύμα, ταξιδεύον κύμα
進化的に安定な戦略 しんかてきにあんていなせんりゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτικά σταθερή στρατηγική, ESS
進化発生学 しんかはっせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτική αναπτυξιακή βιολογία, έβο-ντέβο
進んで すすんで

επίρρημα

  1. 01 οικειοθελώς, με τη θέλησή μου, με δική μου πρωτοβουλία
進行性骨化性線維異形成症 しんこうせいこつかせいせんいいけいせいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτική οστεοποιός ινοδυσπλασία
進化学的種 しんかがくてきしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτικό είδος
進化論的認識論 しんかろんてきにんしきろん

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτική γνωσιολογία
進化心理学 しんかしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτική ψυχολογία
進奏 しんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά προς τον αυτοκράτορα
進物所 しんもつどころ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική κουζίνα όπου γίνονταν οι τελικές προετοιμασίες των γευμάτων της αυτοκρατορικής οικογένειας (π.χ. ζέσταμα) (περίοδος Χεϊάν)
  2. 02 κουζίνα (σε αρχοντικό ευγενή)
進化ゲーム理論 しんかゲームりろん

ουσιαστικό

  1. 01 εξελικτική θεωρία παιγνίων
進行波炉 しんこうはろ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστήρας προοδευτικού κύματος