119 αποτελέσματα για «部»
部分的肺静脈還流異常 ぶぶんてきはいじょうみゃくかんりゅういじょう
ουσιαστικό
- 01 μερική ανώμαλη πνευμονική φλεβική σύνδεση, μερική ανώμαλη πνευμονική φλεβική παροχέτευση, μερική ανώμαλη πνευμονική φλεβική επιστροφή
部分肺静脈還流異常症 ぶぶんはいじょうみゃくかんりゅういじょうしょう
ουσιαστικό
- 01 μερική ανώμαλη πνευμονική φλεβική σύνδεση, μερική ανώμαλη πνευμονική φλεβική παροχέτευση, μερική ανώμαλη πνευμονική φλεβική επιστροφή
部屋持ちの親方 へやもちのおやかた
άλλο, ουσιαστικό
- 01 προπονητής που διαθέτει δικό του στάβλο
部屋別総当り へやべつそうあたり
ουσιαστικό
- 01 κανόνας που απαγορεύει τις αναμετρήσεις μεταξύ παλαιστών που ανήκουν στον ίδιο στάβλο (χέγια)
部分冠詞 ぶぶんかんし
ουσιαστικό
- 01 μεριστικό άρθρο (για παράδειγμα το "du" στα γαλλικά)
部の見出し ぶのみだし
ουσιαστικό
- 01 επικεφαλίδα τμήματος
部品表 ぶひんひょう
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος υλικών, λίστα εξαρτημάτων, BOM
部分語 ぶぶんご
ουσιαστικό
- 01 μεριστικός όρος
部分参照子 ぶぶんさんしょうし
ουσιαστικό
- 01 μερική αναφορά
部分実装 ぶぶんじっそう
ουσιαστικό
- 01 μερικώς συμπληρωμένος
部分全体関係 ぶぶんぜんたいかんけい
ουσιαστικό
- 01 σχέση μέρους-όλου, μεριστική σχέση
部分属性要求 ぶぶんぞくせいようきゅう
ουσιαστικό
- 01 αίτημα μερικής ιδιότητας
部分配列 ぶぶんはいれつ
ουσιαστικό
- 01 τμήμα πίνακα
部分配列添字 ぶぶんはいれつそえじ
ουσιαστικό
- 01 δείκτης υποπίνακα
部分文字列 ぶぶんもじれつ
ουσιαστικό
- 01 υποσυμβολοσειρά, τμήμα συμβολοσειράς
部分要素 ぶぶんようそ
ουσιαστικό
- 01 υποστοιχείο
部分領域 ぶぶんりょういき
ουσιαστικό
- 01 τμήμα, μέρος
部分列 ぶぶんれつ
ουσιαστικό
- 01 υποσυμβολοσειρά
- 02 υπακολουθία
部門名 ぶもんめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα οργανωτικής μονάδας
部分加群 ぶぶんかぐん
ουσιαστικό
- 01 υπομονάδωμα