89 αποτελέσματα για «閉»

閉校式 へいこうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή λήξης σχολικού έτους
閉まり しまり

ουσιαστικό

  1. 01 κλείσιμο (κανονικό), κλεισμένη κατάσταση
閉鎖病棟 へいさびょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστή ψυχιατρική πτέρυγα, προστατευμένος θάλαμος ασθενών
閉塞隅角緑内障 へいそくぐうかくりょくないしょう

ουσιαστικό

  1. 01 γλαύκωμα κλειστής γωνίας
閉殻 へいかく

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστή στοιβάδα
  2. 02 κλειστή στιβάδα
閉鎖花 へいさか

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστογαμικό άνθος, αυτογονιμοποιούμενο άνθος
閉鎖動脈 へいさどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 θυρεοειδική αρτηρία
閉塞性血栓性血管炎 へいそくせいけっせんせいけっかんえん

ουσιαστικό

  1. 01 θρομβοαγγειίτιδα αποφρακτική, νόσος του Μπέργκερ
  1. 01 κλειστός
  2. 02 κλειστός