126 αποτελέσματα για «陰»
陰阜 いんぷ
ουσιαστικό
- 01 εφηβαίο, λόφος της Αφροδίτης
陰茎亀頭 いんけいきとう
ουσιαστικό
- 01 βάλανος πέους
陰裏 かげうら
ουσιαστικό
- 01 σκιά
陰に日に かげにひに
επίρρημα
- 01 πάντα, οποιαδήποτε στιγμή, με βροχή ή με λιακάδα, με συνέπεια
陰忍 いんにん
ουσιαστικό
- 01 διεξάγω μυστικές επιχειρήσεις χωρίς να γίνομαι αντιληπτός (για νίντζα)
陰核亀頭 いんかくきとう
ουσιαστικό
- 01 κλειτορίδα, βάλανος της κλειτορίδας
陰金 いんきん
ουσιαστικό
- 01 δερματοφυτία των βουβώνων, κνησμός των αθλητών
陰乾し かげぼし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξήρανση στη σκιά
陰言 かげごと
ουσιαστικό
- 01 κακόβουλα κουτσομπολιά, κακολογία, κακολογώ κάποιον πίσω από την πλάτη του
陰極線管 いんきょくせんかん
ουσιαστικό
- 01 σωλήνας καθοδικών ακτίνων, CRT
陰性反応 いんせいはんのう
ουσιαστικό
- 01 αρνητική αντίδραση (σε ασθενή)
陰電気 いんでんき
ουσιαστικό
- 01 αρνητικό φορτίο, αρνητικός ηλεκτρισμός
陰文 いんぶん
ουσιαστικό
- 01 ανάγλυφα γράμματα σε σφραγίδα ή χαρακτικό
陰関数 いんかんすう
ουσιαστικό
- 01 πεπλεγμένη συνάρτηση
陰極管 いんきょくかん
ουσιαστικό
- 01 σωλήνας καθοδικών ακτίνων
陰間 かげま
ουσιαστικό
- 01 ομοφυλόφιλος ιερόδουλος που πουλούσε τις υπηρεσίες του σε συμπόσια (περίοδος Έντο)
- 02 μαθητευόμενος ηθοποιός (καμπούκι)
陰極板 いんきょくばん
ουσιαστικό
- 01 αρνητική πλάκα
陰茎包皮 いんけいほうひ
ουσιαστικό
- 01 ακροποσθία
陰陽暦 いんようれき
ουσιαστικό
- 01 σεληνοηλιακό ημερολόγιο
陰核海綿体 いんかくかいめんたい
ουσιαστικό
- 01 σηραγγώδες σώμα της κλειτορίδας