105 αποτελέσματα για «陸»
陸蒸気 おかじょうき
ουσιαστικό
- 01 ατμοκίνητο τρένο (πρώιμη περίοδος Μέιτζι)
陸上端局装置 りくじょうたんきょくそうち
ουσιαστικό
- 01 επίγειος τερματικός εξοπλισμός (υποθαλάσσιου καλωδίου)
陸封型 りくふうがた
ουσιαστικό
- 01 χερσαίος τύπος (ψαριών)
陸水学 りくすいがく
ουσιαστικό
- 01 μελέτη των εσωτερικών υδάτων, λιμνολογία
陸上運送保険 りくじょううんそうほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση χερσαίων μεταφορών
陸電 りくでん
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτροδότηση πλοίων από την ξηρά (για χρήση από σκάφη), παροχή ηλεκτρικού ρεύματος από την ξηρά
陸繋砂州 りくけいさす
ουσιαστικό
- 01 αμμόγλωσσα, η οποία ενώνει ένα νησί με την ακτή
陸サーファー おかサーファー
ουσιαστικό
- 01 στεριανός σέρφερ, επίδοξος σέρφερ, άτομο που φορά ρούχα για σερφ ή κρατά σανίδα του σερφ αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει σερφ
陸州 りくしゅう
ουσιαστικό
- 01 Ρικουσού (οι τρεις πρώην επαρχίες Ρικουζέν, Ρικουτσού και Ρικουό)
陸標 りくひょう
ουσιαστικό
- 01 τοπόσημο
陸水 りくすい
ουσιαστικό
- 01 χερσαία ύδατα
陸軍機 りくぐんき
ουσιαστικό
- 01 αεροπλάνο στρατού ξηράς
陸軍大学校 りくぐんだいがっこう
ουσιαστικό
- 01 Ανώτατη Σχολή Πολέμου Στρατού Ξηράς
陸上輸送 りくじょうゆそう
ουσιαστικό
- 01 χερσαία μεταφορά, οδική μεταφορά
陸マイラー おかマイラー
ουσιαστικό
- 01 άτομο που συλλέγει πόντους αεροπορικών εταιρειών χωρίς να πραγματοποιεί πτήσεις (μέσω αγορών σε συνεργαζόμενα καταστήματα, χρήσης πιστωτικών καρτών αεροπορικών εταιρειών κ.λπ.)
陸っぱり おかっぱり
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα από την ακτή, ψάρεμα από την όχθη
陸側 りくがわ
ουσιαστικό
- 01 προς την ξηρά, στην πλευρά της ξηράς
陸封魚 りくふうぎょ
ουσιαστικό
- 01 εγκλωβισμένο ψάρι σε λίμνη
陸便 りくびん
ουσιαστικό
- 01 ταχυδρομική μεταφορά μέσω ξηράς
陸上ホッケー りくじょうホッケー
ουσιαστικό
- 01 χόκεϊ επί χόρτου