120 αποτελέσματα για «隠»

隠れ笠 かくれがさ

ουσιαστικό

  1. 01 καπέλο της αορατότητας, καπέλο που καθιστά αόρατο όποιον το φοράει
隠退蔵物資 いんたいぞうぶっし

ουσιαστικό

  1. 01 κρυμμένα αγαθά (ιδιαίτερα εκείνα που ανήκαν στον ιαπωνικό στρατό στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου)
隠し録り かくしどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφή ηχογράφηση
隠事 いんじ

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικό
隠し属性 かくしぞくせい

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό χαρακτηριστικό
隠匿者 いんとくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που κρύβει, άνθρωπος που κρύβεται
隠逸 いんいつ

ουσιαστικό

  1. 01 απομόνωση
隠蔽色 いんぺいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτική χρωμάτωση, καμουφλάζ
隠顕インク いんけんインク

ουσιαστικό

  1. 01 αόρατο μελάνι
隠れ念仏 かくれねんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή μορφή του βουδισμού Τζόντο Σίνσου (η οποία ασκούνταν στο Κιούσου κατά την περίοδο Έντο)
隠れ線 かくれせん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή γραμμή (σε τεχνικό σχέδιο)
隠れも無い かくれもない

άλλο

  1. 01 πασίγνωστος, ευρέως γνωστός
隠れ魚 かくれうお

ουσιαστικό

  1. 01 ενχελιόφις ο σαγαμιανός (είδος ψαριού των μαργαριταριών)
隠し食い かくしぐい

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφοφαγία, κρυφή κατανάλωση φαγητού
隠れ借金 かくれしゃっきん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφά χρέη
隠線 いんせん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή γραμμή
隠蔽子 いんぺいし

ουσιαστικό

  1. 01 καταστολέας
隠面 いんめん

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή επιφάνεια
隠し釘 かくしくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αφανές καρφί
隠し縫い かくしぬい

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή ραφή