103 αποτελέσματα για «離»

離漿 りしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνίζηση (διαχωρισμός ορού από το πήγμα του αίματος ή του γάλακτος)
離心円 りしんえん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκεντρικός κύκλος
離婁の明 りろうのめい

ουσιαστικό

  1. 01 οξύτητα όρασης, η όραση του Ριρό (μυθικό πρόσωπο της κινεζικής λαογραφίας με εξαιρετική όραση)
離水海岸 りすいかいがん

ουσιαστικό

  1. 01 ανυψωμένη ακτή, ακτή ανύψωσης, ακτή αρνητικής μετατόπισης
離檀 りだん

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή της σχέσης μεταξύ ενός ναού και των πιστών του
離宴 りえん

ουσιαστικό

  1. 01 αποχαιρετιστήριο πάρτι, πάρτι διαζυγίου
離る はなる

ρήμα

  1. 01 απέχω, χωρίζομαι, είμαι απομακρυσμένος
  2. 02 φεύγω, αποχωρώ
  3. 03 αποχωρώ (από μια εργασία κ.λπ.), παραιτούμαι, εγκαταλείπω
  4. 04 χάνω τη σύνδεση με, απομακρύνομαι σταδιακά από
離る さかる

ρήμα

  1. 01 απομακρύνομαι, απομακρύνομαι σταδιακά, εξασθενώ, σβήνω
離角 りかく

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση (αστρονομική)
離弁 りべん

άλλο

  1. 01 χωριστοπέταλος
離群 りぐん

ουσιαστικό

  1. 01 απομόνωση, μοναξιά, αποξένωση
離散数学 りさんすうがく

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτά μαθηματικά
離船 りせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποβίβαση από πλοίο, εγκατάλειψη πλοίου
離脱症状 りだつしょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπτώματα στερητικού συνδρόμου, στερητικό σύνδρομο
離散値 りさんち

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτή τιμή
離散家族 りさんかぞく

ουσιαστικό

  1. 01 χωρισμένη οικογένεια (ιδιαίτερα εκείνες που χωρίστηκαν από τον Πόλεμο της Κορέας το 1950), διασκορπισμένη οικογένεια
離型剤 りけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικολλητικό καλουπιού, μέσο απελευθέρωσης από καλούπι
離断性骨軟骨炎 りだんせいこつなんこつえん

ουσιαστικό

  1. 01 διαχωριστική οστεοχονδρίτιδα
離婚式 りこんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή διαζυγίου
離散対数 りさんたいすう

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτός λογάριθμος