103 αποτελέσματα για «難»

難語 なんご

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη λέξη
難民条約 なんみんじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 Σύμβαση σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων
難波潟 なにわがた

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπος Νανιβαγκάτα (παλαιά ονομασία για τον κόλπο της Οσάκα)
難平 なんぴん

ουσιαστικό

  1. 01 ναμπίν, αγορά συμπληρωματικών μετοχών σε χαμηλότερη τιμή για τη μείωση του μέσου κόστους κτήσης
難くない かたくない

επίθετο

  1. 01 εύκολος (να...)
難しさ むずかしさ

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός δυσκολίας
難視聴 なんしちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κακή λήψη (τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού σήματος)
難燃加工 なんねんかこう

ουσιαστικό

  1. 01 πυρίμαχος
難解文の釈 なんかいぶんのしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία δυσνόητου κειμένου
難し かたし

άλλο

  1. 01 δύσκολος, ζόρικος
難くせ かたくせ

ουσιαστικό

  1. 01 εξεζητημένη κριτική, σχολαστικότητα
難語集 なんごしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γλωσσάρι
難波薔薇 なにわいばら

ουσιαστικό

  1. 01 νατεϊμπάρα (είδος αγριοτριανταφυλλιάς, Rosa laevigata)
難字 なんじ

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολος χαρακτήρας, περίπλοκο κάντζι
難消化性デキストリン なんしょうかせいデキストリン

ουσιαστικό

  1. 01 μη εύπεπτη δεξτρίνη, δύσπεπτη δεξτρίνη
難しげ むずかしげ

επίθετο

  1. 01 δύσκολος, ζόρικος, μπελαλίδικος, περίπλοκος, σοβαρός (για ασθένεια, πρόβλημα, κ.λπ.)
難治性 なんちせい

ουσιαστικό

  1. 01 δυσιάτος (για ασθένεια), ανίατος, δύσκολος στη θεραπεία
難燃剤 なんねんざい

ουσιαστικό

  1. 01 επιβραδυντικό φλόγας
難い がたい

επίθημα, επίθετο

  1. 01 πολύ δύσκολο να ..., σχεδόν ακατόρθωτο να ...
難色を示す なんしょくをしめす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δείχνω διστακτικότητα, εκφράζω αποδοκιμασία, δείχνω αντίθεση, προβάλλω αντιρρήσεις, δεν εγκρίνω