170 αποτελέσματα για «雪»

雪間 ゆきま

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα στο χιόνι, σημείο του εδάφους που δεν είναι καλυμμένο με χιόνι
雪塊 せっかい

ουσιαστικό

  1. 01 σβώλος χιονιού, στρώμα πατημένου χιονιού, κομμάτι χιονιού
雪除け ゆきよけ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιανεμικό φράχτη χιονιού, προστατευτικό κάλυμμα από το χιόνι
雪踏み ゆきふみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πάτημα του χιονιού σε ένα μονοπάτι
  2. 02 εργαλείο για το πάτημα του χιονιού με τα πόδια
雪起こし ゆきおこし

ουσιαστικό

  1. 01 κεραυνός πριν από χιονοθύελλα
雪捨て場 ゆきすてば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος απόρριψης χιονιού, χωματερή χιονιού
雪対策 ゆきたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρα αντιμετώπισης του χιονιού, μέτρα ελέγχου χιονόπτωσης
雪輪 ゆきわ

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό έμβλημα σε σχήμα νιφάδας χιονιού
雪冤 せつえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αθώωση, αποκατάσταση της τιμής
雪投げ ゆきなげ

ουσιαστικό

  1. 01 χιονοπόλεμος
  2. 02 φτυάρισμα χιονιού, απομάκρυνση χιονιού
雪室 ゆきむろ

ουσιαστικό

  1. 01 οίκημα για την αποθήκευση χιονιού
  2. 02 σπηλιά χιονιού
雪泥 せつでい

ουσιαστικό

  1. 01 λασπωμένο χιόνι
  2. 02 λιωμένο χιόνι (ειδικά αυτό που σχηματίζεται πάνω σε υδάτινη επιφάνεια)
雪平鍋 ゆきひらなべ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτόχρωμο κεραμικό σκεύος μαγειρέματος με καπάκι και κοντό στόμιο
  2. 02 κατσαρολάκι αλουμινίου με λαβή (συνήθως ξύλινη) και συχνά με ανάγλυφο μοτίβο σε σχήμα νιφάδας χιονιού
雪溜まり ゆきだまり

ουσιαστικό

  1. 01 χιονοστοιβάδα
雪晴れ ゆきばれ

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρός καιρός μετά από χιονόπτωση
雪見障子 ゆきみしょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 σοτζι με γυάλινο κάτω μισό (για την παρατήρηση του χιονιού)
雪娘 ゆきむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα του χιονιού
雪袴 ゆきばかま

ουσιαστικό

  1. 01 υφασμάτινο παντελόνι τύπου χακάμα για χρήση στο χιόνι
雪眼鏡 ゆきめがね

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικά γυαλιά χιονιού
雪つぶて ゆきつぶて

ουσιαστικό

  1. 01 χιονόμπαλα