134 αποτελέσματα για «首»

首唱者 しゅしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεργάτης, εισηγητής και υπέρμαχος (π.χ. μιας θεωρίας)
首捻り くびひねり

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή αναστροφής κεφαλής, ρίψη με στρίψιμο του κεφαλιού
首鼠 しゅそ

ουσιαστικό

  1. 01 αναποφάσιστος, διστακτικός, διστάζω να πάρω απόφαση
首長族 くびながぞく

ουσιαστικό

  1. 01 λαός Καγιάν
首切り台 くびきりだい

ουσιαστικό

  1. 01 αποκεφαλιστήριο, ξύλο αποκεφαλισμού
首鼠両端 しゅそりょうたん

ουσιαστικό

  1. 01 αναποφάσιστος, διστακτικός, δίγνωμος
首里王府 しゅりおうふ

ουσιαστικό

  1. 01 διοίκηση του Βασιλείου των Ρίου Κίου
首章 しゅしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή βιβλίου
首尾貫徹 しゅびかんてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λογική συνέπεια, συνοχή, αμετάβλητος από την αρχή μέχρι το τέλος
首相公選制 しゅしょうこうせんせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα που επιτρέπει την εκλογή του πρωθυπουργού με απευθείας λαϊκή ψήφο
首ひも くびひも

ουσιαστικό

  1. 01 περιλαίμιο (συνήθως διακοσμητικό), κορδόνι λαιμού
首位攻防戦 しゅいこうぼうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας ή σειρά αγώνων μεταξύ των ομάδων που καταλαμβάνουν την πρώτη και τη δεύτερη θέση
首都直下型地震 しゅとちょっかがたじしん

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμός με επίκεντρο την πρωτεύουσα, σεισμός μεγάλης κλίμακας που αναμένεται να πλήξει άμεσα την περιοχή Κάντο κάποια στιγμή στο μέλλον, αναφέρεται επίσης στους σεισμούς του Έντο και του Τόκιο των ετών 1855 και 1894
首足 しゅそく

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι και πόδια, το σώμα
首楞厳経 しゅりょうごんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Σουραμγκάμα Σούτρα
首陀羅 シュードラ

ουσιαστικό

  1. 01 σούντρα (μέλος της κατώτερης κάρτας εργατών στην Ινδία), σούντρα
首相兼外相 しゅしょうけんがいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρωθυπουργός που υπηρετεί και ως υπουργός εξωτερικών
首尾一貫した しゅびいっかんした

άλλο

  1. 01 συνεπής
首題 しゅだい

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλίδα εγγράφου (επιστολής, ειδοποίησης κ.λπ.)
  2. 02 εναρκτήρια φράση σούτρα
首筋を違える くびすじをちがえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ ψύξη στον αυχένα