149 αποτελέσματα για «骨»
骨肉相食む こつにくあいはむ
ρήμα
- 01 αλληλοεξοντώνομαι λόγω συγγενικής διαμάχης, έρχομαι σε σύγκρουση μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας, διεξάγω εσωτερική σύρραξη
骨学 こつがく
ουσιαστικό
- 01 οστεολογία
骨幹 こっかん
ουσιαστικό
- 01 σκελετός, δομή, σωματική διάπλαση
骨髄抑制 こつずいよくせい
ουσιαστικό
- 01 καταστολή μυελού των οστών
骨髄炎 こつずいえん
ουσιαστικό
- 01 οστεομυελίτιδα
骨細胞 こつさいぼう
ουσιαστικό
- 01 οστεοκύτταρο
骨相学者 こっそうがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 κρανιοσκόπος
骨節 ほねぶし
ουσιαστικό
- 01 άρθρωση (μεταξύ οστών)
骨髄腫 こつずいしゅ
ουσιαστικό
- 01 μυέλωμα
骨盤位 こつばんい
ουσιαστικό
- 01 ισχιακή προβολή
骨芽細胞 こつがさいぼう
ουσιαστικό
- 01 οστεοβλάστη
骨関節症 こつかんせつしょう
ουσιαστικό
- 01 οστεοαρθρίτιδα
骨セメント こつセメント
ουσιαστικό
- 01 οστικό τσιμέντο
骨を惜しむ ほねをおしむ
άλλο, ρήμα
- 01 αποφεύγω τον κόπο, οκνεύω
骨盤底筋 こつばんていきん
ουσιαστικό
- 01 μύς του πυελικού εδάφους, ηβοκοκκυγικός μυς, μυς του Kegel
骨端炎 こったんえん
ουσιαστικό
- 01 επιφυσίτιδα
骨角器 こっかくき
ουσιαστικό
- 01 εργαλείο από κόκαλο, σκεύος από κέρατο
骨盤帯 こつばんたい
ουσιαστικό
- 01 πυελική ζώνη
骨シンチ ほねシンチ
ουσιαστικό
- 01 σπινθηρογράφημα οστών
骨折り甲斐がある ほねおりがいがある
άλλο, ρήμα
- 01 αξίζω τον κόπο, ανταποκρίνομαι στους κόπους που καταβλήθηκαν