89 αποτελέσματα για «麻»

麻薬テロ まやくテロ

ουσιαστικό

  1. 01 ναρκοτρομοκρατία
麻薬戦争 まやくせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πόλεμος κατά των ναρκωτικών
麻婆 マーボー

ουσιαστικό

  1. 01 μάμπο (στυλ φαγητού), πιάτο που περιλαμβάνει κιμά σωταρισμένο και καρυκευμένο με πάστα τσίλι και φασολιών (π.χ. μάμπο νάσου)
  2. 02 μάμπο τόφου (πικάντικο πιάτο του Σιτσουάν με τόφου και κιμά)
麻辣湯 マーラータン

ουσιαστικό

  1. 01 μαλατάνγκ (πικάντικο street food τύπου Σετσουάν)
麻薬取締 まやくとりしまり

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος ναρκωτικών, δίωξη ναρκωτικών
麻薬取締官 まやくとりしまりかん

ουσιαστικό

  1. 01 διώκτης ναρκωτικών
麻布大学 あざぶだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Αζάμπου
麻薬取締局 まやくとりしまりきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών (ΗΠΑ), DEA
  1. 01 κάνναβη
  2. 02 λινάρι
  3. 03 μουδιασμένος