1588 αποτελέσματα για «一»
一般動詞 いっぱんどうし
ουσιαστικό
- 01 γενικά ρήματα
一得一失 いっとくいっしつ
ουσιαστικό
- 01 το κερδίζω κάτι και χάνω κάτι, (κάτι που έχει τα) θετικά και αρνητικά του
一次関数 いちじかんすう
ουσιαστικό
- 01 πρωτοβάθμια συνάρτηση
一朱銀 いっしゅぎん
ουσιαστικό
- 01 τύπος ασημένιου νομίσματος της περιόδου Έντο
一院制 いちいんせい
ουσιαστικό
- 01 μονοθάλαμο σύστημα, μονοκαμεραλισμός
一等陸曹 いっとうりくそう
ουσιαστικό
- 01 αρχιλοχίας (Ιαπωνικός Στρατός Ξηράς)
一等最初 いっとうさいしょ
επίρρημα
- 01 από την αρχή, πρωτίστως
一財 いちざい
ουσιαστικό
- 01 γενικό κοινωφελές ίδρυμα
一番太鼓 いちばんだいこ
ουσιαστικό
- 01 χτύπημα τυμπάνου ως σήμα έναρξης (αρχής) μιας εκδήλωσης (θεατρική παράσταση, φεστιβάλ κ.λπ.)
一縮 いっしゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μία πανοπλία
- 02 φορεμένη πανοπλία
- 03 θωρακισμένος πολεμιστής
一重桜 ひとえざくら
ουσιαστικό
- 01 κερασιά που φέρει απλά άνθη, απλά άνθη κερασιάς
一六勝負 いちろくしょうぶ
ουσιαστικό
- 01 τζόγος για το αν η ζαριά θα φέρει ένα ή έξι, τυχερό παιχνίδι με ζάρια
- 02 τζόγος
- 03 ρίσκο, στοίχημα, ριψοκίνδυνη προσπάθεια
一張一弛 いっちょういっし
ουσιαστικό
- 01 ένταση και χαλάρωση
一等空佐 いっとうくうさ
ουσιαστικό
- 01 σμήναρχος (της Ιαπωνικής Αεροπορικής Δύναμης Αυτοάμυνας)
一糸もまとわず いっしもまとわず
άλλο
- 01 ολόγυμνος, χωρίς κανένα ρούχο πάνω του
一獲 いっかく
ουσιαστικό
- 01 μία αρπαγή
一文惜しみ いちもんおしみ
ουσιαστικό
- 01 τσιγκουνιά, φιλαργυρία
一札入れる いっさついれる
ρήμα
- 01 υπογράφω γραπτή δέσμευση, εκδίδω γραμμάτιο
一時保育 いちじほいく
ουσιαστικό
- 01 προσωρινή φύλαξη παιδιών, βραχυπρόθεσμη φύλαξη παιδιών
一行知識 いちぎょうちしき
ουσιαστικό
- 01 πληροφορία μιας γραμμής, λακωνική ενημέρωση, σύντομη και λιτή εξήγηση