1588 αποτελέσματα για «一»

一次冷却水 いちじれいきゃくすい

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεύον νερό ψύξης
一徹短慮 いってつたんりょ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πεισματάρης και οξύθυμος
一党支配 いっとうしはい

ουσιαστικό

  1. 01 μονοκομματική διακυβέρνηση
一人舞 ひとりまい

ουσιαστικό

  1. 01 χορός που εκτελείται από ένα μόνο άτομο
一閑張り いっかんばり

ουσιαστικό

  1. 01 λακαρισμένο παπιέ μασέ
一括処理 いっかつしょり

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική επεξεργασία
一文不通 いちもんふつう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης αναλφαβητισμός
一様分布 いちようぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 ομοιόμορφη κατανομή
一億総懺悔 いちおくそうざんげ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική ομολογία συλλογικής ευθύνης για τον πόλεμο (1945)
一死報国 いっしほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 θυσιάζω τη ζωή μου για την πατρίδα
一致結束 いっちけっそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύσφιξη των γραμμών, ένωση και συνεργασία, σύμπνοια για τη διεξαγωγή αγώνα
一般言語学 いっぱんげんごがく

ουσιαστικό

  1. 01 γενική γλωσσολογία
一塩基多型 いちえんきたけい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυμορφισμός μεμονωμένου νουκλεοτιδίου, SNP
一目千本 ひとめせんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία από την οποία μπορεί κανείς να δει μια τεράστια έκταση με ανθισμένες κερασιές με μια ματιά (ειδικότερα το όρος Γιοσίνο στον νομό Νάρα)
一切皆空 いっさいかいくう

άλλο

  1. 01 τα πάντα είναι κενότητα, όλα είναι ματαιότητα
一切り ひときり

ουσιαστικό

  1. 01 παύση, περίοδος, βήμα, μία φορά, πριν από μερικά χρόνια
一棟借り ひとむねがり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολική ενοικίαση κτιρίου
一年生植物 いちねんせいしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσιος, ετήσιο φυτό
一般会計予算 いっぱんかいけいよさん

ουσιαστικό

  1. 01 προϋπολογισμός γενικού λογαριασμού
一時所得 いちじしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 περιστασιακό εισόδημα