130 αποτελέσματα για «七»
七十古希 しちじゅうこき
άλλο
- 01 οι άνθρωποι σπάνια φτάνουν την ηλικία των εβδομήντα ετών, λίγοι άνθρωποι ζουν μέχρι τα εβδομήντα
七つ時 ななつどき
ουσιαστικό
- 01 νανατσούντοκι (περίπου τέσσερις η ώρα, π.μ. ή μ.μ., στο παλιό σύστημα χρονομέτρησης)
七方出 しちほうで
ουσιαστικό
- 01 επτά μεταμφιέσεις των νίντζα
七日鮫 なぬかざめ
ουσιαστικό
- 01 νανούκα-ζαμέ, είδος σκυλόψαρου (Cephaloscyllium umbratile) με κηλίδες
七衆 しちしゅ
ουσιαστικό
- 01 επτά τάξεις βουδιστών μαθητών (μοναχοί, μοναχές, δόκιμες μοναχές, δόκιμοι μοναχοί, δόκιμες μοναχές, λαϊκοί άνδρες πιστοί, λαϊκές γυναίκες πιστές)
七曜星 しちようせい
ουσιαστικό
- 01 σιτσιόσει (αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου)
- 02 τα επτά ουράνια σώματα (ήλιος, σελήνη, Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας και Κρόνος)
七大私学 しちだいしがく
ουσιαστικό
- 01 επτά ιδιωτικά σχολεία που ιδρύθηκαν στο Κιότο από ευγενείς οικογένειες κατά την πρώιμη περίοδο Χεϊάν
七夜月 ななよづき
ουσιαστικό
- 01 έβδομος σεληνιακός μήνας
七事式 しちじしき
ουσιαστικό
- 01 επτά διαδικασίες τελετουργίας τσαγιού της σχολής Σένκε
七度尋ねて人を疑え ななたびたずねてひとをうたがえ
άλλο
- 01 ερεύνησε εξονυχιστικά για κάτι που χάθηκε πριν υποψιαστείς κάποιον για κλοπή, να είσαι σίγουρος πριν κατηγορήσεις κάποιον
七帯アルマジロ ななつおびアルマジロ
ουσιαστικό
- 01 επτάζωνο αρμαντίλο (Dasypus septemcinctus)
七イマーム派 しちイマームは
ουσιαστικό
- 01 ισμαηλιτισμός, κλάδος του σιιτικού ισλάμ
七大州 ななだいしゅう
ουσιαστικό
- 01 οι επτά ήπειροι
七穴 しちけつ
ουσιαστικό
- 01 τα επτά ανοίγματα της κεφαλής (μάτια, ρουθούνια, ακουστικοί πόροι, στόμα)
七宝つなぎ しっぽうつなぎ
ουσιαστικό
- 01 μοτίβο σιπό-τσουναγκί (αλληλοκαλυπτόμενοι κύκλοι)
七宝文 しっぽうもん
ουσιαστικό
- 01 μοτίβο σιπό (αποτελούμενο από επάλληλους κύκλους)
七島 しちとう
ουσιαστικό
- 01 επτά νησιά (π.χ. του Ίζου)
- 02 σιτσιτό (είδος ψάθας, Cyperus malaccensis)
七島藺 しちとうい
ουσιαστικό
- 01 σιτσιτόουι, είδος κύπερου (Cyperus malaccensis)
七重の膝を八重に折る ななえのひざをやえにおる
άλλο, ρήμα
- 01 ικετεύω ταπεινά, παρακαλώ θερμά
七割 ななわり
ουσιαστικό
- 01 εβδομήντα τοις εκατό