811 αποτελέσματα για «中»

中高 ちゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνάσιο και λύκειο
  2. 02 μέσο και υψηλό (επίπεδο)
中年女 ちゅうねんおんな

ουσιαστικό

  1. 01 μεσήλικη γυναίκα
中納言 ちゅうなごん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαίας βαθμίδας σύμβουλος στο κρατικό συμβούλιο
中州 なかす

ουσιαστικό

  1. 01 αμμώδης νησίδα (σε ποτάμι), αμμονησίδα
中日 ちゅうにち

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα και Ιαπωνία, κινεζο-ιαπωνικός
  2. 02 μέση ημέρα (ενός τουρνουά σούμο, μιας θεατρικής παράστασης κ.λπ.)
  3. 03 ημέρα ισημερίας
中日 なかび

ουσιαστικό

  1. 01 μεσαία ημέρα (διοργάνωσης σούμο, θεατρικής παράστασης κ.λπ.)
中てる あてる

ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω στόχο (κακόβουλα), κερδίζω έπαθλο (σε λαχείο κ.λπ.)
中央アジア ちゅうおうアジア

ουσιαστικό

  1. 01 Κεντρική Ασία
中3 ちゅうさん

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτη τάξη γυμνασίου, μαθητής τρίτης τάξης γυμνασίου
中古品 ちゅうこひん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταχειρισμένο αντικείμενο, μεταχειρισμένα είδη
中央公論 ちゅうおうこうろん

ουσιαστικό

  1. 01 Τσουόκορον (μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό)
中衛 ちゅうえい

ουσιαστικό

  1. 01 μέσος αμυντικός, μέσος (π.χ. ποδόσφαιρο), κεντρικός επιθετικός (π.χ. βόλεϊ), σέντερ φορ
中央銀行 ちゅうおうぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική τράπεζα
中二階 ちゅうにかい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιώροφος
中ボス ちゅうボス

ουσιαστικό

  1. 01 μίνι αφεντικό, ενδιάμεσο αφεντικό
  2. 02 υπαρχηγός (εγκληματικής οργάνωσης)
中高年 ちゅうこうねん

ουσιαστικό

  1. 01 μέση και τρίτη ηλικία
中央政府 ちゅうおうせいふ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική κυβέρνηση
中学受験 ちゅうがくじゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετέχω σε εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο
中央突破 ちゅうおうとっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 διάσπαση από το κέντρο
中卒 ちゅうそつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος γυμνασίου (ως το ανώτατο επίπεδο εκπαίδευσης που έχει ολοκληρώσει), έχων ολοκληρώσει τη σχολική φοίτηση μέχρι το γυμνάσιο, απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης