150 αποτελέσματα για «丸»

丸一月 まるひとつき

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος ο μήνας, όλη η διάρκεια του μήνα
丸公 まるこう

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη τιμή
丸め誤差 まるめごさ

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα στρογγυλοποίησης
丸大豆 まるだいず

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρα σόγια, ανεπεξέργαστα φασόλια σόγιας
丸まま まるまま

επίρρημα

  1. 01 ολόκληρος, εξ ολοκλήρου
丸かじり まるかじり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολόκληρη βρώση, δάγκωμα τροφής ολόκληρης
丸走 まるそう

ουσιαστικό

  1. 01 συμμορία μοτοσικλετιστών
丸きし まるっきし

επίρρημα

  1. 01 εντελώς, απολύτως, τελείως, καθόλου (με αρνητική πρόταση)
丸花蜂 まるはなばち

ουσιαστικό

  1. 01 βομβίνος, αγριομέλισσα
丸付数字 まるつきすうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός μέσα σε κύκλο (σύμβολο)
丸持ち まるもち

ουσιαστικό

  1. 01 εύπορος άνθρωπος
丸背 まるせ

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλή ράχη (ράχη βιβλίου)
丸面子 まるめんこ

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλό μενκό
丸鋼 まるこう

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλός χαλύβδινος ράβδος
丸剤 がんざい

ουσιαστικό

  1. 01 χάπι
丸勝ち まるがち

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωτική νίκη
  2. 02 αήττητο σερί
丸負け まるまけ

ουσιαστικό

  1. 01 κατά κράτος ήττα, πλήρης αποτυχία
丸葉青だも まるばあおだも

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική ανθισμένη μελιά (Fraxinus sieboldiana)
丸網機 まるあみき

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλική πλεκτομηχανή
丸仏手柑 マルブシュカン

ουσιαστικό

  1. 01 κίτρο (Citrus medica)