116 αποτελέσματα για «亜»
亜社会性 あしゃかいせい
ουσιαστικό
- 01 υποκοινωνικός
亜臭素酸 あしゅうそさん
ουσιαστικό
- 01 βρωμιώδες οξύ
亜セレン酸 あセレンさん
ουσιαστικό
- 01 σεληνιώδες οξύ
亜テルル酸 あテルルさん
ουσιαστικό
- 01 τελλουρώδες οξύ
亜塩素酸 あえんそさん
ουσιαστικό
- 01 χλωριώδες οξύ
亜細亜地潜り蛙 アジアジムグリガエル
ουσιαστικό
- 01 ασιατικός βάτραχος (Kaloula pulchra)
亜爾然丁蟻 アルゼンチンアリ
ουσιαστικό
- 01 μυρμήγκι της Αργεντινής (Linepithema humile)
亜米利加風露 アメリカフウロ
ουσιαστικό
- 01 γεράνιο της Καρολίνας (Geranium carolinianum), γεράνιο της Καρολίνας
亜鉛尖晶石 あえんせんしょうせき
ουσιαστικό
- 01 γκαχνίτης
亜変種 あへんしゅ
ουσιαστικό
- 01 υποποικιλία
亜節 あせつ
ουσιαστικό
- 01 υποτμήμα
亜列 あれつ
ουσιαστικό
- 01 υποσειρά
亜細亜大 あじあだい
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ασίας (συντ.)
亜大 あだい
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ασίας (συντομογραφία)
亜東関係協会 あとうかんけいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Επιτροπή Σχέσεων Ανατολικής Ασίας
亜
- 01 Ασία
- 02 κατατάσσομαι αμέσως μετά
- 03 έρχομαι μετά
- 04 που δηλώνει ιδιότητα