238 αποτελέσματα για «交»
交通遮断 こうつうしゃだん
ουσιαστικό
- 01 αποκλεισμός, καραντίνα
交配種 こうはいしゅ
ουσιαστικό
- 01 διασταύρωση, υβρίδιο
交尾む つるむ
ρήμα
- 01 ζευγαρώνω (για ζώα)
交換学生 こうかんがくせい
ουσιαστικό
- 01 φοιτητής ανταλλαγής
交換船 こうかんせん
ουσιαστικό
- 01 πλοίο επαναπατρισμού
交雑種 こうざつしゅ
ουσιαστικό
- 01 υβρίδιο, διασταύρωση, μείγμα
交番所 こうばんしょ
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικό φυλάκιο
交通警察 こうつうけいさつ
ουσιαστικό
- 01 τροχαία
交代勤務 こうたいきんむ
ουσιαστικό
- 01 εργασία με βάρδιες
交換品 こうかんひん
ουσιαστικό
- 01 ανταλλακτικό είδος, προϊόν προς ανταλλαγή
- 02 υποκατάστατο, αντικαταστάτης, είδος προς αντικατάσταση
交換嬢 こうかんじょう
ουσιαστικό
- 01 τηλεφωνήτρια
交通信号 こうつうしんごう
ουσιαστικό
- 01 φανάρι, σηματοδότης κυκλοφορίας
交譲 こうじょう
ουσιαστικό
- 01 παραχώρηση, συμβιβασμός
交歓会 こうかんかい
ουσιαστικό
- 01 δεξίωση
交際上手 こうさいじょうず
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 κοινωνικός, επιδέξιος στις κοινωνικές συναναστροφές, άτομο που προσαρμόζεται εύκολα σε κοινωνικές ομάδες
交戦地帯 こうせんちたい
ουσιαστικό
- 01 ζώνη μάχης
交換教授 こうかんきょうじゅ
ουσιαστικό
- 01 καθηγητής ανταλλαγής
交通妨害 こうつうぼうがい
ουσιαστικό
- 01 παρακώλυση συγκοινωνίας
交織 こうしょく
ουσιαστικό
- 01 μικτή ύφανση
交通遺児 こうつういじ
ουσιαστικό
- 01 παιδί που έμεινε ορφανό λόγω τροχαίου δυστυχήματος