132 αποτελέσματα για «他»

他筆 たひつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφφή από κάποιον άλλον, γραφικός χαρακτήρας τρίτου
他覚症状 たかくしょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντικειμενικά συμπτώματα, συμπτώματα που παρατηρεί ο γιατρός
他己紹介 たこしょうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύσταση τρίτου προσώπου
他念無く たねんなく

επίρρημα

  1. 01 πρόθυμα, με ζήλο
  2. 02 έντονα, με προσήλωση
他ない ほかない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν έχω άλλη επιλογή από το να..., δεν μπορώ παρά να..., δεν μένει τίποτε άλλο παρά να...
他人のふんどしで相撲を取る たにんのふんどしですもうをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω εις βάρος άλλων, χρησιμοποιώ ξένα μέσα για δικό μου όφελος, αναλαμβάνω ρίσκα με ξένα χρήματα
他励 たれい

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστή διέγερση
他覚症 たかくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντικειμενικά συμπτώματα, συμπτώματα που παρατηρεί ο γιατρός
他覚的 たかくてき

επίθετο

  1. 01 αντικειμενικός (για συμπτώματα)
他山の石以て玉を攻むべし たざんのいしもってたまをおさむべし

άλλο

  1. 01 πρέπει να μαθαίνει κανείς από τα λάθη των άλλων, πέτρες από άλλα βουνά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να γυαλιστούν τα δικά μας πολύτιμα λίθια
他家受精 たかじゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 σταυρογονιμοποίηση, αλλογαμία
他家受粉 たかじゅふん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταυρογονιμοποίηση
他損 たそん

ουσιαστικό

  1. 01 τραυματισμός που προκαλείται από δεύτερο πρόσωπο, ζημιά που προκαλείται από άλλον άνθρωπο
他社株転換社債 たしゃかぶてんかんしゃさい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλάξιμο ομολογιακό δάνειο
他社株転換債 たしゃかぶてんかんさい

ουσιαστικό

  1. 01 ομολογιακό δάνειο ανταλλάξιμο με μετοχές άλλης εταιρείας
他銀 たぎん

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη τράπεζα, διαφορετική τράπεζα
他責的 たせきてき

επίθετο

  1. 01 εξωτιμωρητικός, που τείνει να επιρρίπτει ευθύνες στους άλλους
他動性 たどうせい

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβατικότητα
他感作用 たかんさよう

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλοπάθεια
他人資本 たにんしほん

ουσιαστικό

  1. 01 ξένα κεφάλαια, δανειακά κεφάλαια, χρεωστικό κεφάλαιο