171 αποτελέσματα για «付»

付随現象 ふずいげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παρενέργεια, συνοδό φαινόμενο
付きが回る つきがまわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχεται η τύχη με το μέρος μου, αποκτώ καλή τύχη
付帯事項 ふたいじこう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικό στοιχείο
付属肢 ふぞくし

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρτημα, μέλος
付番 ふばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αρίθμηση, ανάθεση αριθμών
  2. 02 κατάληξη κατάταξης (στη SGML)
付合 つけあい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση ποιημάτων
付加サービス ふかサービス

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετη υπηρεσία
付け元気 つけげんき

ουσιαστικό

  1. 01 επίπλαστο θάρρος, προσποιητή ζωντάνια
付き切る つききる

ρήμα

  1. 01 παραμένω συνεχώς στο πλευρό κάποιου, συνοδεύω αδιαλείπτως
付属語 ふぞくご

ουσιαστικό

  1. 01 εξαρτημένη λέξη (δηλαδή βοηθητικά ρήματα και μόρια· στην ιαπωνική γλώσσα)
付加反応 ふかはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδραση προσθήκης
付論 ふろん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπέρασμα, σύνοψη (μιας διατριβής ή παρουσίασης)
付け髷 つけまげ

ουσιαστικό

  1. 01 ποστίς, πρόσθετα μαλλιά, ψεύτικη κόμμωση
付嘱 ふしょく

ουσιαστικό

  1. 01 απονομή, πράξη παραχώρησης (τιμητικής διάκρισης, δώρου, κ.λπ.)
付議 ふぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραπομπή ζητήματος, συζήτηση, διάσκεψη, υποβολή (π.χ. μέτρου), παραπομπή (π.χ. νομοσχεδίου σε επιτροπή), ένταξη (π.χ. θέματος σε ημερήσια διάταξη)
付子 ぶし

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένη ρίζα ακονίτου
付室 ふしつ

ουσιαστικό

  1. 01 προθάλαμος, προσκείμενο δωμάτιο
付け台 つけだい

ουσιαστικό

  1. 01 πάγκος σερβιρίσματος σε εστιατόριο σούσι
付き添い婦 つきそいふ

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστική νοσοκόμα, συνοδός ασθενούς
付け合せる つけあわせる

ρήμα

  1. 01 γαρνίρω, συνοδεύω (ένα πιάτο), συνδυάζω
  2. 02 συνδέω, ενώνω, συνενώνω
  3. 03 συγκρίνω, ελέγχω (με βάση κάτι), διασταυρώνω