255 αποτελέσματα για «仮»

仮政府 かりせいふ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή κυβέρνηση
仮予約 かりよやく

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή κράτηση, προκαταρκτική κράτηση
仮の世 かりのよ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός ο εφήμερος κόσμος
仮漆 かしつ

ουσιαστικό

  1. 01 βερνίκι
仮枕 かりまくら

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομος ύπνος, μεσημεριανός ύπνος
仮言命法 かげんめいほう

ουσιαστικό

  1. 01 υποθετική προστακτική
仮想アドレス空間 かそうアドレスくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εικονικός χώρος διευθύνσεων
仮定法過去 かていほうかこ

ουσιαστικό

  1. 01 υποτακτική αορίστου
仮名草子 かなぞうし

ουσιαστικό

  1. 01 καναζόσι, λογοτεχνικό είδος της πρώιμης περιόδου Έντο, γραμμένο εξ ολοκλήρου με κάνα ή με μείγμα κάνα και κάντζι, το οποίο προοριζόταν κυρίως για γυναίκες και παιδιά
仮設便所 かせつべんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 φορητή τουαλέτα, χημική τουαλέτα
仮名文 かなぶん

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτό κείμενο αποτελούμενο αποκλειστικά από κάνα, κείμενο κάνα
  2. 02 επιστολή γραμμένη εξ ολοκλήρου με κάνα
仮定法過去完了 かていほうかこかんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποτακτική υπερσυντέλικου
仮有 けう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή ύπαρξη
仮殿 かりどの

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινός ναός (στεγάζει το αντικείμενο στο οποίο κατοικεί η θεότητα όταν ο κύριος ναός βρίσκεται υπό επισκευή)
仮想メモリ かそうメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική μνήμη
仮定形 かていけい

ουσιαστικό

  1. 01 υποθετικός τύπος (ρημάτων και επιθέτων στη σύγχρονη ιαπωνική γλώσσα), υποθετική κλίση
仮想記憶 かそうきおく

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική μνήμη, εικονικός αποθηκευτικός χώρος
仮執行 かりしっこう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή εκτέλεση
仮の親 かりのおや

ουσιαστικό

  1. 01 θετός γονέας, προσωρινός κηδεμόνας
仮名文学 かなぶんがく

ουσιαστικό

  1. 01 κανα-μπουνγκάκου, έργα γραμμένα με κανα κατά την περίοδο Χεϊάν