110 αποτελέσματα για «休»

休眠打破 きゅうみんだは

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή λήθαργου
休暇戦術 きゅうかせんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική άδειας, η μαζική λήψη πληρωμένης άδειας από πολλούς εργαζομένους ταυτόχρονα ως μορφή απεργιακής κινητοποίησης
休暇闘争 きゅうかとうそう

ουσιαστικό

  1. 01 απεργιακός αγώνας για τη χορήγηση αδειών
休廃止 きゅうはいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναστολή ή κατάργηση, αναστολή ή διακοπή
休暇村 きゅうかむら

ουσιαστικό

  1. 01 παραθεριστικό χωριό σε εθνικό πάρκο, χωριό διακοπών
休工 きゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή διακοπή οικοδομικών εργασιών
休眠状態 きゅうみんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση λήθαργου, νάρκη
  2. 02 κατάσταση εκτός λειτουργίας, ρελαντί
休学届け きゅうがくとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση αναστολής φοίτησης (από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο)
休暇村協会 きゅうかむらきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος παραθεριστικών χωριών εθνικών δρυμών
  1. 01 ξεκουράζομαι
  2. 02 ρεπό
  3. 03 συνταξιοδοτούμαι
  4. 04 κοιμάμαι