167 αποτελέσματα για «会»

会意 かいい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετο ιδεόγραμμα, χαρακτήρας που σχηματίζεται από συνδυασμό νοηματικών μερών
会社情報 かいしゃじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρικές πληροφορίες
会計監査人 かいけいかんさにん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής
会規 かいき

ουσιαστικό

  1. 01 καταστατικό συλλόγου, κανονισμός οργάνωσης
会遇 かいぐう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, τυχαία συνάντηση
会津大学 あいづだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο του Αΐζου
会員券 かいいんけん

ουσιαστικό

  1. 01 κάρτα μέλους
会集 かいしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακροατήριο, συνέλευση, συνάντηση
会堂司 かいどうづかさ

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής συναγωγής
会議日程 かいぎにってい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα συνεδρίου
会話型言語 かいわけいげんご

ουσιαστικό

  1. 01 συνομιλιακή γλώσσα
会社ゴロ かいしゃゴロ

ουσιαστικό

  1. 01 εκβιαστής εταιρειών, επαγγελματίας εκβιαστής επιχειρήσεων
会議事項 かいぎじこう

ουσιαστικό

  1. 01 ημερήσια διάταξη
会見記 かいけんき

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτικά συνέντευξης
会計検査官 かいけいけんさかん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής λογαριασμών
会稽の恥 かいけいのはじ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ταπεινωτική ήττα στη μάχη, παλαιότερη ταπείνωση από άλλους, ντροπή για μια ανυπόφορη ατίμωση
会員規約 かいいんきやく

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνία μελών (π.χ. για πιστωτική κάρτα)
会計室 かいけいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστήριο, γραφείο λογιστηρίου, ταμείο
会厭 ええん

ουσιαστικό

  1. 01 επιγλωττίδα
会厭軟骨 ええんなんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιγλωττίδα