191 αποτελέσματα για «低»

低吟 ていぎん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σιγανή απαγγελία (ποιήματος), μουρμουρητό
低炭素 ていたんそ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός σε άνθρακα
低床 ていしょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό δάπεδο (πλατφόρμα, όχημα, κ.λπ.)
低炭素社会 ていたんそしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία χαμηλών εκπομπών άνθρακα
低炭水化物ダイエット ていたんすいかぶつダイエット

ουσιαστικό

  1. 01 δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων
低温物理学 ていおんぶつりがく

ουσιαστικό

  1. 01 κρυογονική, φυσική χαμηλών θερμοκρασιών
低頻度 ていひんど

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή συχνότητα
低家賃 ていやちん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό ενοίκιο, συμβολικό ενοίκιο
低回 ていかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοχαστικό βάδισμα πέρα δώθε, περιπλάνηση σε βαθιά σκέψη, ενασχόληση με πολλές σκέψεις, βαθύς στοχασμός
低線量 ていせんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή δόση (π.χ. ακτινοβολίας)
低解像度 ていかいぞうど

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή ανάλυση
低レベル放射性廃棄物 ていレベルほうしゃせいはいきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργά απόβλητα χαμηλού επιπέδου
低温輸送 ていおんゆそう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά σε χαμηλή θερμοκρασία, ψυχόμενη μεταφορά
低開発国 ていかいはつこく

ουσιαστικό

  1. 01 υπανάπτυκτη χώρα, αναπτυσσόμενη χώρα
低い優先順位 ひくいゆうせんじゅんい

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή προτεραιότητα (π.χ. στο κύτταρο)
低反発マットレス ていはんぱつマットレス

ουσιαστικό

  1. 01 στρώμα από αφρό μνήμης
低遅延 ていちえん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή καθυστέρηση, χαμηλός λανθάνων χρόνος
低タール ていタール

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή πίσσα (π.χ. στα τσιγάρα)
低プライオリティ ていプライオリティ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή προτεραιότητα
低位株 ていいかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μετοχή χαμηλής τιμής, φθηνή μετοχή