185 αποτελέσματα για «体»
体操座り たいそうずわり
ουσιαστικό
- 01 καθιστή στάση στο πάτωμα με τα γόνατα αγκαλιασμένα (όπως συνηθίζεται στο μάθημα της γυμναστικής)
体をかわす たいをかわす
άλλο, ρήμα
- 01 αποφεύγω, υπεκφεύγω, ελίσσομαι
体の不自由 からだのふじゆう
άλλο, επίθετο
- 01 σωματικά ανάπηρος, κινητικά δυσλειτουργικός
体質改善 たいしつかいぜん
ουσιαστικό
- 01 βελτίωση της φυσικής κατάστασης του οργανισμού, αναμόρφωση
体軸 たいじく
ουσιαστικό
- 01 αξονικός
体量 たいりょう
ουσιαστικό
- 01 σωματικό βάρος
体良く ていよく
επίρρημα
- 01 ευπρεπώς, κομψά, πειστικά, ευγενικά, διακριτικά
体育の日 たいいくのひ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ημέρα υγείας και άθλησης (εθνική εορτή, δεύτερη Δευτέρα του Οκτωβρίου), ημέρα υγείας και αθλημάτων, ημέρα αθλητισμού
体が休まる からだがやすまる
άλλο, ρήμα
- 01 ξεκουράζομαι
体節 たいせつ
ουσιαστικό
- 01 τμήμα, αρθρωτό τμήμα, μεταμερές, σωμίτης
体よく断る ていよくことわる
άλλο, ρήμα
- 01 αρνούμαι ευγενικά (με κάποια δικαιολογία) χωρίς να προσβάλλω κάποιον, απορρίπτω με κομψότητα, αρνούμαι με ευγένεια
体が空く からだがあく
άλλο, ρήμα
- 01 απαλλάσσομαι από υποχρεώσεις, βρίσκω ελεύθερο χρόνο
体重減少 たいじゅうげんしょう
ουσιαστικό
- 01 απώλεια βάρους, μείωση βάρους
体重管理 たいじゅうかんり
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος βάρους
体験入隊 たいけんにゅうたい
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό πρόγραμμα δοκιμαστικής κατάταξης (που διεξάγεται από τις Δυνάμεις Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας)
体裁上 ていさいじょう
ουσιαστικό
- 01 για λόγους εντυπώσεων, για το θεαθήναι
体腔 たいこう
ουσιαστικό
- 01 σωματική κοιλότητα, κοιλωμα
体操場 たいそうじょう
ουσιαστικό
- 01 γυμναστήριο, χώρος ασκήσεων
体言 たいげん
ουσιαστικό
- 01 άκλιτο ουσιαστικό (στα ιαπωνικά)
体操競技 たいそうきょうぎ
ουσιαστικό
- 01 αγώνας γυμναστικής, ενόργανη γυμναστική