280 αποτελέσματα για «保»

保健福祉 ほけんふくし

ουσιαστικό

  1. 01 υγεία και πρόνοια
保証期間 ほしょうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάρκεια εγγύησης, περίοδος εγγύησης
保守性 ほしゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 συντηρησιμότητα, δυνατότητα συντήρησης
保育室 ほいくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 βρεφονηπιακός σταθμός
  2. 02 αίθουσα βρεφονηπιακού σταθμού
保健婦 ほけんふ

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλεύτρια δημόσιας υγείας
保護犬 ほごけん

ουσιαστικό

  1. 01 σκύλος που φιλοξενείται σε καταφύγιο ζώων ή κέντρο διάσωσης, αδέσποτο σκυλί που έχει διασωθεί
保険外交員 ほけんがいこういん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστικός πράκτορας
保定 ほてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκράτηση (ενός ζώου κατά τη διάρκεια ιατρικής φροντίδας)
  2. 02 διατήρηση των δοντιών στη θέση τους (μετά από ορθοδοντική διαδικασία)
保護フィルム ほごフィルム

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτική μεμβράνη (π.χ. για smartphone)
保険制度 ほけんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστικό σύστημα
保険業 ほけんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλιστικές εργασίες, ασφαλιστικός κλάδος
保する ほする

ρήμα

  1. 01 εγγυώμαι
保護機能 ほごきのう

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτικός μηχανισμός
保護領 ほごりょう

ουσιαστικό

  1. 01 προτεκτοράτο
保命 ほうめい

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση της ζωής, μακροζωία
保湿剤 ほしつざい

ουσιαστικό

  1. 01 ενυδατικός παράγοντας, υγραντικό
保護政策 ほごせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευτισμός
保存処理 ほぞんしょり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συντήρηση (κρέατος κ.λπ.), επεξεργασία συντήρησης
  2. 02 διαδικασία αποθήκευσης (π.χ. σε δίσκο), λειτουργία αποθήκευσης
保水力 ほすいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δυναμικό συγκράτησης νερού, ικανότητα συγκράτησης νερού, χωρητικότητα συγκράτησης νερού
保険付き ほけんつき

ουσιαστικό

  1. 01 εγγυημένος, υπό εγγύηση, ασφαλισμένος