127 αποτελέσματα για «個»
個人通信サービス こじんつうしんサービス
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία προσωπικής επικοινωνίας, PCS
個別部品 こべつぶひん
ουσιαστικό
- 01 διακριτό εξάρτημα
個人線量計 こじんせんりょうけい
ουσιαστικό
- 01 ατομικό δοσίμετρο
個体群生態学 こたいぐんせいたいがく
ουσιαστικό
- 01 πληθυσμιακή οικολογία
個生態学 こせいたいがく
ουσιαστικό
- 01 αυτοοικολογία
個虫 こちゅう
ουσιαστικό
- 01 κοτσύι (ατομική μονάδα αποικιοζώου)
個片 こへん
ουσιαστικό
- 01 μεμονωμένο φύλλο, μεμονωμένο κομμάτι
個社 こしゃ
ουσιαστικό
- 01 μεμονωμένη εταιρεία, κάθε εταιρεία
個人語 こじんご
ουσιαστικό
- 01 ιδιόλεκτος
個利個略 こりこりゃく
ουσιαστικό
- 01 ιεράρχηση του προσωπικού συμφέροντος έναντι του κομματικού (για πολιτικό)
個人情報盗難 こじんじょうほうとうなん
ουσιαστικό
- 01 κλοπή ταυτότητας
個人情報の盗難 こじんじょうほうのとうなん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κλοπή ταυτότητας
個人情報窃盗 こじんじょうほうせっとう
ουσιαστικό
- 01 κλοπή ταυτότητας
個人情報の窃盗 こじんじょうほうのせっとう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κλοπή ταυτότητας
個人用高速輸送システム こじんようこうそくゆそうシステム
ουσιαστικό
- 01 ατομικό σύστημα ταχείας μεταφοράς, PRT
個人情報保護方針 こじんじょうほうほごほうしん
ουσιαστικό
- 01 πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων
個人宅 こじんたく
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτική κατοικία, ιδιωτικό σπίτι
個人会員 こじんかいいん
ουσιαστικό
- 01 μεμονωμένο μέλος, μη εταιρικό μέλος
個別面接 こべつめんせつ
ουσιαστικό
- 01 ατομική συνέντευξη, προσωπική συνέντευξη
個体値 こたいち
ουσιαστικό
- 01 ατομικές τιμές (στα στατιστικά των χαρακτήρων), IV