433 αποτελέσματα για «全»

全一 ぜんいつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τέλεια ενότητα
  2. 02 αδιαίρετο όλον
全社 ぜんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η εταιρεία
  2. 02 όλες οι εταιρείες
全権大使 ぜんけんたいし

ουσιαστικό

  1. 01 πληρεξούσιος πρεσβευτής
全勢力 ぜんせいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης ισχύς, όλη η δύναμη
全学 ぜんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο το κολέγιο
全曲 ぜんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 όλα τα κομμάτια, το σύνολο της σύνθεσης
全市民 ぜんしみん

ουσιαστικό

  1. 01 όλοι οι πολίτες
  2. 02 όλοι οι κάτοικοι της πόλης, ολόκληρη η πόλη
全盛時代 ぜんせいじだい

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσή εποχή
全生涯 ぜんしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η ζωή κάποιου
全面禁止 ぜんめんきんし

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης απαγόρευση
全国紙 ぜんこくし

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική εφημερίδα, εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας
全山 ぜんざん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο το βουνό
全国放送 ぜんこくほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, μετάδοση σε εθνικό επίπεδο
全能者 ぜんのうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παντοδύναμος, ο Παντοδύναμος
全席 ぜんせき

ουσιαστικό

  1. 01 όλες οι θέσεις
全作品 ぜんさくひん

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό έργο, απαντα τα έργα
全身像 ぜんしんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 ολόσωμο πορτρέτο ή άγαλμα
全国津々浦々 ぜんこくつつうらうら

ουσιαστικό

  1. 01 σε ολόκληρη τη χώρα, παντού ανά την επικράτεια
全量 ぜんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική ποσότητα, ολικό ποσό
全書 ぜんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρες βιβλίο, πλήρης σειρά, πραγματεία