130 αποτελέσματα για «六»

六角穴付きボルト ろっかくあなつきボルト

ουσιαστικό

  1. 01 εξάγωνη βίδα με υποδοχή κεφαλής
六知事 ろくちじ

ουσιαστικό

  1. 01 έξι διαχειριστές ενός ναού Ζεν
六線星形 ろくせんほしがた

ουσιαστικό

  1. 01 εξάκτινο αστέρι
六歳臼歯 ろくさいきゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος μόνιμος γομφίος (ο οποίος ανατέλλει περίπου στην ηλικία των έξι ετών)
六塩化エタン ろくえんかエタン

ουσιαστικό

  1. 01 εξαχλωροαιθάνιο, υπερχλωροαιθάνια
六フッ化リン酸リチウム ろくフッかリンさんリチウム

ουσιαστικό

  1. 01 εξαφθοριοφωσφορικό λίθιο
六帯アルマジロ むつおびアルマジロ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαζωνικός αρμαντίλος (Ευφράκτης ο εξαζωνικός), κίτρινος αρμαντίλος
六信五行 ろくしんごぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 οι έξι άρθρα της πίστης και οι πέντε στύλοι του Ισλάμ
六日間戦争 むいかかんせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-10 Ιουνίου 1967), Τρίτος Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος
六祖壇経 ろくそだんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Σούτρα της Εξέδρας του Έκτου Πατριάρχη, Σούτρα της Εξέδρας
六角棒スパナ ろっかくぼうスパナ

ουσιαστικό

  1. 01 εξάγωνο κλειδί, κλειδί άλλεν
六方最密充填 ろっぽうさいみつじゅうてん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαγωνική διάταξη μέγιστης πυκνότητας
六日の菖蒲 むいかのあやめ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που έρχεται πολύ αργά για να είναι χρήσιμο, ίριδα που ανθίζει στις 6 του μηνός (δηλαδή μία ημέρα μετά τη γιορτή των αγοριών)
六十の三つ子 ろくじゅうのみつご

άλλο

  1. 01 ο γέροντας είναι σαν παιδί (παροιμιώδης έκφραση για την παιδαριώδη συμπεριφορά των ηλικιωμένων)
六味 ろくみ

ουσιαστικό

  1. 01 έξι γεύσεις (πικρό, ξινό, γλυκό, αλμυρό, καυτερό, άγευστο), έξι ουρανίσκοι
  2. 02 ροκούμι-γκαν (είδος ιαπωνικού σκευάσματος)
六味丸 ろくみがん

ουσιαστικό

  1. 01 ροκουμιγκάν (φαρμακευτικό σκεύασμα)
六三三四制 ろくさんさんよんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό σύστημα έξι-τριών-τριών-τεσσάρων (έξι χρόνια δημοτικού, τρία χρόνια γυμνασίου και λυκείου αντίστοιχα και τέσσερα χρόνια πανεπιστημίου)
六十干支 ろくじっかんし

ουσιαστικό

  1. 01 εξηκονταετής κύκλος
六日戦争 むいかせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-10 Ιουνίου 1967), Τρίτος Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος
六割 ろくわり

ουσιαστικό

  1. 01 εξήντα τοις εκατό